Να λάβουν και «δεύτερη» σύνταξη μπορούν οι ασφαλισμένοι οι οποίοι έχουν παράλληλη ασφάλιση, δηλαδή, έχουν καταβάλλει υποχρεωτικά εισφορές σε πάνω από ένα ασφαλιστικά Ταμεία ή το Δημόσιο, και είχαν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις μέχρι την έναρξη εφαρμογής του «νόμου Κατρούγκαλου» σύμφωνα με εγκύκλιο του ΕΦΚΑ.

Ειδικότερα δικαίωμα «δεύτερης» σύνταξη αποκτούν οι παλαιοί ασφαλισμένοι (πρώτη ασφάλιση πριν τις 31/12/1992) οι οποίοι έχουν παράλληλη ασφάλιση, δηλαδή, έχουν καταβάλλει υποχρεωτικά εισφορές σε πάνω από ένα ασφαλιστικά Ταμεία ή το Δημόσιο.

Οι εν λόγω ασφαλισμένοι αν έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα σε ένα Ταμείο ή το Δημόσιο και έχουν πληρώσει εισφορές και σε δεύτερο Ταμείο, δικαιούνται την εθνική σύνταξη (384 ευρώ), την ανταποδοτική σύνταξη από το Ταμείο στο οποίο έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα και επιπλέον προσαύξηση σύνταξης από τον πρώην φορέα που δεν θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή το Δημόσιο για το σύνολο του χρόνου ασφάλισης στον φορέα αυτό ή το Δημόσιο (παράλληλο και μη παράλληλο χρόνο ασφάλισης, ακόμη και εάν ο μη παράλληλος χρόνος αφορά σε χρόνο άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος, με την προϋπόθεση να συντρέχει κατά τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου του ασφαλισμένου παράλληλη ασφάλιση ανεξαρτήτως της διάρκειας αυτής).

Αν ο ασφαλισμένος πληροί προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και στους δύο πρώην φορείς κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, τότε έχει δύο επιλογές:

Να λάβει: εθνική σύνταξη, μία ανταποδοτική σύνταξη για το χρόνο ασφάλισης στον έναν πρώην φορέα ή το Δημόσιο και δεύτερη ανταποδοτική σύνταξη για το χρόνο ασφάλισης στον άλλο πρώην φορέα ή το Δημόσιο.
Ή μπορεί να λάβει εθνική σύνταξη, ανταποδοτική σύνταξη από τον έναν πρώην φορέα ή το Δημόσιο και προσαύξηση σύνταξης από τον άλλο πρώην φορέα ή το Δημόσιο.

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να γίνουν τρεις υπολογισμοί και στον αιτούντα χορηγείται η σύνταξη με το συμφερότερο ποσό που προκύπτει.

Η προσαύξηση από το δεύτερο Ταμείο ή το Δημόσιο υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για κάθε ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς, ενώ ο συντάξιμος μισθός σε αυτήν την περίπτωση προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη τη βάση υπολογισμού της επιπλέον εισφοράς.

Τις εισφορές που έχουν καταβληθεί στον ΕΦΚΑ, μετά δηλαδή το νόμο Κατρούγκαλου, μπορεί να τις «πάει» ο ασφαλισμένος σε όποιο Ταμείο τον συμφέρει από αυτά για τα οποία έχει καταβάλλει εισφορές κατά τη διάρκεια της παράλληλης ασφάλισής του.

Τέλος, όπως σημειώνεται στην εγκύκλιο, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα υπάρχουν περιπτώσεις ασφαλισμένων που μετά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης έχουν συνεχίσει την απασχόληση χωρίς να γνωρίζουν ότι έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις του άρθρου 20 του ν.4387/2016 (μείωση της σύνταξης στο 40%), για λόγους χρηστής διοίκησης, αιτήσεις συνταξιοδότησης που έχουν υποβληθεί από 13/5/2016 έως 31/12/2016 στους πρώην φορείς κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο και από 1/1/2017 έως 31/12/2017 στον ΕΦΚΑ, θα αντιμετωπίζονται ως εξής:

α. ο ασφαλισμένος μπορεί να υποβάλει συμπληρωματική αίτηση συνταξιοδότησης, με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία υποβολής της πρώτης αίτησης συνταξιοδότησης, που θα αφορά στο χρόνο ασφάλισης στο δεύτερο πρώην φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο. Η σχετική συμπληρωματική αίτηση θα πρέπει να υποβληθεί μέχρι 31/3/2018 και η συνταξιοδότηση αρχίζει από την προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις ημερομηνία με βάση την πρώτη υποβληθείσα αίτηση συνταξιοδότησης.

Σε περίπτωση που προκύπτει άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας μετά την έναρξη συνταξιοδότησης, στο πλαίσιο της χρηστής διοίκησης, οι ρυθμίσεις του άρθρου 20 του ν.4387/2016 για μείωση της σύνταξης λόγω απασχόλησης δεν έχουν εφαρμογή για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης συνταξιοδότησης μέχρι 31/3/2018.

β. ο ασφαλισμένος, κατ’ εξαίρεση, μπορεί να ανακαλέσει την αρχική αίτηση συνταξιοδότησης, υποβάλλοντας σχετική αίτηση μέχρι 31/3/2018, και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 20 του ν.4387/2016.

Πηγή: dikaiologitika.gr