Πληροφορίες

Τίτλος: Dark Souls Remastered
Διαθέσιμο σε: PlayStation 4 / PC / Xbox One / Nintendo Switch
Δοκιμάστηκε σε: Nintendo Switch
Εταιρεία Ανάπτυξης: FromSoftware
Εκδότρια Εταιρεία: Bandai Namco Entertainment
Είδος: Action role-playing
Ηλικίες: 16+
Ημ/νία Κυκλοφορίας: 19 Οκτωβρίου 2018

Το πρώτο “παιδί” της οικογένειας των Dark Souls δεν είναι απλά ένα από τα αρτιότερα RPG της εποχής του, αλλά και ένας τίτλος που άλλαξε το action role-playing είδος, λειτουργώντας ως πρότυπο για πολλά από τα παιχνίδια των τελευταίων χρόνων. Πλέον, η ποιότητα των παραγωγών της FromSoftware και η έμφαση της στη λεπτομέρεια είναι γνωστή στο ευρύ κοινό. Επτά χρόνια μετά από την κυκλοφορία του Dark Souls στις κονσόλες προηγούμενης γενιάς, ο τίτλος – ορόσημο επανακυκλοφόρησε τον Μάιο, ως Remaster, για PC, PS4 και Xbox One, με την έκδοση του Nintendo Switch να παίρνει αναβολή για μερικούς μήνες.

Διαβάστε την κριτική μας για την έκδοση PS4, πατώντας εδώ.

Με την άφιξη του παιχνιδιού στο Switch, ήρθε η ώρα να εξετάσουμε τη φορητή μορφή του, όμως πριν ξεκινήσουμε πρέπει να αναφέρουμε ότι η remastered έκδοση δεν ήταν και ότι το καλύτερο στις υπόλοιπες πλατφόρμες, μιας και πέρα από τη μεγαλύτερη ανάλυση και το καλύτερο framerate, η νέα έκδοση δεν προσέφερε κάποια ιδιαίτερη βελτίωση, με το παιχνίδι να “δείχνει” ξεκάθαρα την ηλικία του. Παρόλα αυτά, ήταν μια καλή επιλογή για όσους δεν είχε τύχει να ασχοληθούν με το μεγαλοπρεπές αυτό RPG ώστε να μπουν στον ιδιαίτερο και σκοτεινό κόσμο του.

Το “μεγαλοπρεπές” είναι μια λέξη που χαρακτηρίζει πολλές από πτυχές του gameplay του Dark Souls και όχι άδικα. Μια από αυτές είναι ο απίστευτα έξυπνος σχεδιασμός των επιπέδων, η σύνδεση μεταξύ αυτών και η ποικιλία τους. Τα boss fights και η μουσική που τα συνοδεύει έχουν μείνει στην ιστορία και δεν θα ξεχαστούν για αρκετά χρόνια ακόμη. Το όλο σύστημα του παιχνιδιού είναι “στημένο” με τη λογική ότι ο χαρακτήρας θα πεθάνει, και θα πεθάνει αμέτρητες φορές με διαφόρους τρόπους. Με κάθε θάνατο, ο παίκτης παίρνει το μάθημά του, βελτιώνεται, μαθαίνει να είναι σίγουρος για την κάθε κίνηση του και δεν υποτιμά κανέναν εχθρό, ακόμα και τους πιο αδύναμους από αυτούς. Σε αυτή τη φιλοσοφία βασίστηκε και ο θρύλος των souls-like παιχνιδιών που, πλέον, αποτελούν ένα είδος από μόνα τους.

Η μάχη είναι αργή και απαιτεί ακρίβεια και προσοχή, ενώ υπάρχουν διάφορα builds (Tank, Pyromancer, Sorcerer κτλ.) για να πειραματιστείτε και θα πρέπει να έχετε στο νου σας τους θανάτους με 1-2 χτυπήματα. Οι ασπίδες παίζουν πολύ πιο σημαντικό ρόλο στο πρώτο Dark Souls, απ’ ότι στα επόμενα παιχνίδια της FromSoftware, καθώς προσφέρουν μέχρι και 100% απορρόφηση ζημιάς. Παίζοντας, έχετε τη δυνατότητα να μαζέψετε τις ψυχές των εχθρών ώστε να αναβαθμίσετε τον χαρακτήρα σας. Παράλληλα, οι ψυχές αποτελούν και το νόμισμα του παιχνιδιού, που χρησιμοποιείτε για την αγορά εξοπλισμού, νέων sorceries και spells (πέρα από αυτά που μπορείτε να βρείτε μέσω της εξερεύνησης).

Σε αυτό το σημείο, να τονίσουμε πως τα Dark Souls είναι ιδιαίτερα γνωστά για τα μυστικά τους και για την ενθάρρυνση της εξερεύνησης, ακόμα και σε περιοχές, που δεν είναι απαραίτητες για τον τερματισμό. Όσον αφορά το story, πρόκειται για έναν τίτλο που δεν εμβαθύνει στην αφήγηση, όπως γίνεται με τα περισσότερα RPGs, αλλά “μιλάει” μέσω του gameplay του. Πάντως, το lore της σειράς, παρότι δυσεύρετο, είναι ιδιαίτερα βαθύ και τα γεγονότα του πρώτου Dark Souls σχετίζονται αρκετά με αυτά του Dark Souls III. H Remastered έκδοση περιέχει και το Artorias of the Abyss DLC, που προσθέτει μερικές ακόμα ποιοτικές ώρες στο ήδη μεγάλο βασικό παιχνίδι.

Σίγουρα, συγκριτικά με κάποια μεταγενέστερα παιχνίδια, ορισμένοι μηχανισμοί (ανάμεσά τους και τα animations και τα physics) μοιάζουν λίγο ξεπερασμένοι, αλλά θεωρούμε ότι είναι καλύτερα που δεν έγιναν καθόλου αλλαγές στο gameplay, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί μια αγνή Dark Souls εμπειρία για τους παλιούς, αλλά και τους νέους παίκτες. Το βασικό παράπονό μας πηγάζει από το γεγονός ότι τα κουμπιά των Joy-Cons δεν ενδείκνυνται για έναν τόσο απαιτητικό τίτλο και όσοι δεν έχουν το Pro Controller ίσως αντιμετωπίσουν προβλήματα σε αυτό. Αντιθέτως, στα θετικά συγκαταλέγεται το HD rumble των χειριστηρίων και ότι τα πλήκτρα μπορούν να παραμετροποιηθούν σύμφωνα με τις ανάγκες του παίκτη. Το παιχνίδι μπορεί να παιχτεί είτε offline, είτε online, με δυνατότητα για co-op, αλλά και PvP, με τη συνδεσιμότητα να έχει κάποια μικρά «θεματάκια» που πιστεύουμε πως θα λυθούν σύντομα.

Δεδομένου του εμφανώς πιο περιορισμένου hardware του Nintendo Switch δεν ήταν δυνατόν να περιμένουμε και “θαύματα” από τη συγκεκριμένη έκδοση, αφού ήδη γνωρίζαμε ότι τεχνικά είναι πιο αδύναμο από τα PS4 και Xbox One, αλλά ευτυχώς η έκδοση είναι καλύτερη από τις αρχικές των PS3 και Xbox 360. Συγκεκριμένα, η έκδοση του Switch μπορεί να περιέχει τα βελτιωμένα textures του remaster, αλλά όχι όλα τα νέα εφέ. Σε docked «τρέχει» με σχετικά σταθερά 30 καρέ το δευτερόλεπτο και δυναμική ανάλυση μεταξύ 1080p και 900p, που μεταβάλλεται σε μερικές τοποθεσίες χωρίς να γίνεται αντιληπτό από το μάτι. Η μείωση της ανάλυσης εξαρτάται από το πόσο απαιτητική είναι η κάθε περιοχή.

Συνολικά, το αποτέλεσμα είναι αρκετά ικανοποιητικό, αν λάβουμε υπόψιν τις δυνατότητες του hardware, με έναν όμως αρκετά σημαντικό περιορισμό: τον ήχο. Πραγματικά, είμαστε πλήρως απογοητευμένοι από την ποιότητα του ήχου. Είτε πρόκειται για εφέ και διαλόγους, είτε για τα soundtracks των boss fights, η ποιότητα του ήχου είναι πολύ κακή, έως και ενοχλητική, γεγονός που ίσως οφείλεται στο ίδιο το hardware ή στη συμπίεση των αρχείων για εξοικονόμηση χώρου.

Το μέγεθος του παιχνιδιού, για όσους ενδιαφέρονται για ψηφιακή αγορά, είναι αρκετά μικρό, αφού είναι κοντά στα 4GB, κάτι αρκετά σημαντικό για όσους έχουν πρόβλημα με τον αποθηκευτικό χώρο. Αναμενόμενα, τα σημεία που πραγματικά κερδίζει τους περισσότερους πόντους η έκδοση του Switch είναι η φορητότητα και η απόδοση της σε portable μορφή. Το optimization που έγινε από την Virtuos (την εταιρεία που ανέλαβε τη μεταφορά του στο Switch) είναι σχεδόν εξαιρετικό και χωρίς «εκπτώσεις» συγκριτικά με την docked εκδοχή, με μοναδική εξαίρεση την ανάλυση, που πέφτει στα 720p, ώστε να ταιριάζει με την ανάλυση της οθόνης του Nintendo Switch.

Η “φορητή” εμπειρία του Dark Souls είναι αρκετά ομαλή και όμορφη, αν καταφέρετε να προσπεράσετε τα ελαφρώς δύσχρηστα (για τον συγκεκριμένο τίτλο) πλήκτρα των JoyCons. Φαίνεται πως η αναβολή της συγκεκριμένης έκδοσης ήταν για καλό σκοπό και βοήθησε στο καλύτερο optimization. Φυσικά, ο τίτλος της FromSoftware δεν είναι και ο πιο φιλικός για την μπαταρία της υβριδικής κονσόλας της Nintendo, όμως δεν “ρουφάει” τη μπαταρία όπως μερικοί άλλοι απαιτητικοί τίτλοι (πχ. το The Legend of Zelda: Breath Of The Wild).

Συμπέρασμα

Η δυνατότητα να παίξετε ένα από τα καλύτερα RPGs των τελευταίων ετών όπου και αν είστε είναι ο βασικότερος λόγος απόκτησης του Dark Souls Remastered στο Nintendo Switch. Η συγκεκριμένη έκδοση, που δεν είναι πάντως η καλύτερη και μένει πίσω σε σχέση με τις πρόσφατες εκδόσεις για PS4 και Xbox One, είναι αξιοπρεπέστατη με βάση τις δυνατότητες της κονσόλας.

Δυστυχώς, η πολύ κακή ποιότητα του ήχου αλλοιώνει την εμπειρία, αφού ο τίτλος βασίζεται αρκετά και στο ακουστικό του κομμάτι. Παρόλα αυτά, η συνολική προσπάθεια για τη μεταφορά του κλασικού ΑΑΑ τίτλου στην υβριδική κονσόλα της Nintendo ήταν επιτυχημένη, κάτι πραγματικά ευχάριστο, καθώς πρόκειται για έναν τίτλο που δεν πρέπει να λείπει από τη συλλογή κανενός, ανεξάρτητα από το ποια είναι η κονσόλα της επιλογής του.

Βαθμολογία:  8/10

Το παιχνίδι μάς παραχωρήθηκε από την εκδότρια εταιρεία για τις ανάγκες του Review.

Περισσότερα Εδω