Connect with us

ΚΟΣΜΟΣ

Ξαναβρέθηκαν μετά από περίπου 75 χρόνια

Δημοσιεύτηκε

on

Μπορεί η ιστοσελίδα της ΕΡΤ, ένα βιβλίο και μία κυπριακή εφημερίδα να «συντονιστούν» και να προκύψει ένα καλό αποτέλεσμα, όπως να ξαναεπικοινωνήσουν δύο παιδικοί φίλοι μετά από επτά και πλέον δεκαετίες; Ναι γίνεται και είναι από τις στιγμές που η δημοσιογραφία αποκτά και μία συγκινησιακή διάσταση.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Μία μεγάλη έρευνα για τις προσφυγικές ροές των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από τα νησιά προς την Τουρκία, την Κύπρο και χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, παρουσιάστηκε για περίπου δύο χρόνια από το ert.gr με συνεντεύξεις των ανθρώπων που είχαν κάνει το δύσκολο ταξίδι.

Σε αυτές έδωσαν το παρόν πρόσωπα που είχαν πληροφορηθεί το περιεχόμενο, δεν ήταν στην αρχική ύλη του βιβλίου, είχαν κάνει το ταξίδι και ήρθαν να καταθέσουν τη μαρτυρία τους.

Έτσι στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου, προστέθηκε επιπλέον ύλη με τις μαρτυρίες αυτές.

Εδώ έρχεται ο ρόλος της κυπριακής εφημερίδας «Φιλελεύθερος», που μέσω της δημοσιογράφου της εφημερίδας Δέσποινας Ψύλλου, εντοπίζει μαρτυρίες Ελλήνων προσφύγων που φιλοξενήθηκαν στην Κύπρο, έρχεται σε επαφή μαζί μας και ακολούθως με τους ηλικιωμένους πια πρόσφυγες και τους απογόνους τους και κάνει σχετική δημοσίευση στην εφημερίδα.
Το προσφυγόπουλο από τη Χίο, ο Απόστολος Μισιρλής, που σήμερα ζει στην Αθήνα, αναφέρει ότι είχε χάσει μετά τον επαναπατρισμό του έναν παιδικό φίλο Κύπριο και αναφέρει το όνομά του, είναι ο Πέτρος Χατζηττοφή. Η εφημερίδα μετά το αρχικό δημοσίευμα που επισυνάπτουμε, τον εντοπίζει – ζει στην Αγγλία – και δίνει τα στοιχεία για να επικοινωνήσουν μετά από δεκαετίες οι φίλοι της περιόδου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οδύσσεια μέχρι την Κύπρο – «Ακούγαμε στριγκλιές από τη θάλασσα»

«Ο καπετάνιος είδε κάτι που έμοιαζε με υποβρύχιο. Μείναμε 24 ώρες ακίνητοι για να μην μας εντοπίσουν. Τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν βραχονησίδα στα ανοιχτά της Μεγαλονήσου. Μετά από 12 ημέρες ταξίδι, δίχως φαγητό και δίχως νερό, είχαμε φτάσει στην Κύπρο. Αποβιβαστήκαμε στον Καραβά», περιγράφει στον «Φ» ο 87χρονος Απόστολος Μισιρλής από τη Χίο. Η φυγή από τη ναζιστική κατοχή στην Ελλάδα με προορισμό μια άλλη πατρίδα, ήταν η μοναδική επιλογή. Έτσι η μητέρα του έπιασε τα παιδιά της και τον ίδιο, που δεν ήταν μεγαλύτερο από 10 ετών και τους έβαλε σε μια βάρκα.

 

 

Πρόκειται για μια Οδύσσεια που εκατοντάδες άνθρωποι βίωσαν και συνεχίζουν να βιώνουν μέχρι και σήμερα, έχοντας διαφορετική αφετηρία αλλά τον ίδιο προορισμό. Να βρουν ένα νέο ασφαλές σπίτι. Ιστορίες όπως του κ. Μισιρλή, τις οποίες έζησαν εκείνη την περίοδο περίπου 30.000 νησιώτες, καταγράφει στο βιβλίο «Αιγαιοπελαγίτες Πρόσφυγες στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», ο Νάσος Μπράτσος. 

 

«Ο πατέρας μου υπηρετούσε ως αξιωματικός στη Μέση Ανατολή και εγώ δέκα ετών τότε, μαζί με την πεντάχρονη αδελφή μου, τον 13χρονο αδελφό μου και τη μητέρα μου, παραμέναμε στη Χίο».

 

Η γερμανική κατοχή δεν άργησε να φτάσει και στο νησί τους. «Άρχισε να χάνετε το ψωμί. Δεν υπήρχε τίποτα και μας έπιασε αγριότατη πείνα. Η μητέρα μου ξεκίνησε να πουλά ένα-ένα τα πράγματά της. Τέλειωσαν και αυτά». Ο κόσμος με δυσκολία επιβίωνε και αρκετοί είχαν τραπεί σε φυγή. Το δίλημμα ταλαιπώρησε την οικογένειά του, μέχρι που συνειδητοποίησαν πως δεν είχαν άλλη επιλογή από το μεταναστεύσουν. «Φτάσαμε με τα ποδιά στην Καλαμωτή (αρκετά χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Χίου), ώστε να βρούμε κάποιον να μας μεταφέρει μέχρι την Τουρκία. Ήταν το κοντινότερο σημείο μέχρι τα παράλια. Εκεί μείναμε δυο-τρεις ημέρες, μέχρι που ένα βράδυ μας φώναξαν ότι αναχωρούμε. Μόνο νύχτα μπορούσε κανείς να φύγει. Η βάρκα ήταν θαμμένη κάτω από φύκια. Τη ρίξαμε στο νερό και ξεκινήσαμε το ταξίδι».

 

Την τελευταία στιγμή τους πλησίασε ένας ακόμη. «Ζητούσε να επιβιβαστεί, όμως η βάρκα ήταν υπερπλήρης. Μας απείλησε τότε ότι θα μας καταδώσει. Ίσως και να το έκανε, διότι λίγο αργότερα μας εντόπισε με προβολέα μία γερμανική άκατος, αλλά δεν μας πείραξε. Στη βιασύνη μας να φτάσουμε στην άλλη πλευρά, σπάσαμε το ένα από τα τέσσερα κουπιά. Όταν φτάσαμε στην Τουρκία, κρυφτήκαμε σε μία σπηλιά και ανάψαμε φωτιά. Είχε κρύο. Ήταν χειμώνας. Ευτυχώς προλάβαμε και τη σβήσαμε έγκαιρα με μια βρεγμένη κουβέρτα και έτσι δεν μας εντόπισε η τουρκική περίπολος».

 

Το επόμενο πρωί έπρεπε να βγουν από τη σπηλιά και να ανέβουν στη στεριά. «Ήταν ένας πολύ απότομος λόφος, γκρεμός, γεμάτος αγκάθια. Από αυτά κρατιόμασταν. Τα παιδιά πήγαν πρώτα, έπειτα οι γυναίκες και μετά οι άνδρες, ούτως ώστε αν τυχόν έπεφτε κάποιος να τους συγκρατούσαν. Όταν τελικά ανεβήκαμε, είδαμε ότι από τριγύρω, σαν και εμάς, ξεπρόβαλλαν από τους γκρεμούς κι άλλοι άνθρωποι. Τους ακολουθήσαμε έως ότου συγκεντρωθήκαμε σε μια άλλη παραλία». Εκεί τους ανέλαβαν οι Αρχές. Τους ενημέρωσαν, μάλιστα, ότι θα υπήρχαν συνέπειες αν εντοπίζονταν να μεταφέρουν κάτι πολύτιμο. «Η μάνα μου όλο κι όλο έφερε μαζί της ένα σακουλάκι μαστίχα. Θα το αντάλλαζε με τροφή. Αυτή ήταν η περιουσία μας. Τελικά το πέταξε». 
 

«Καλώς τα αδέλφια μας»

 

Μετά από 12 ημέρες ταξίδι, δίχως φαγητό και νερό, είχαν φτάσει επιτέλους στην Κύπρο. «Αρχικά αποβιβαστήκαμε στον Καραβά. Εκεί υπήρχαν λουτρά και σαπούνια. Ξεκινήσαμε να καθαριζόμαστε όλοι. Ο κόσμος της Κύπρου μας έφερε κουβέρτες και ρούχα. Μας έφεραν επίσης ψωμιά. Ήμασταν μέρες νηστικοί». Όπως εξήγησε, οι αρμόδιοι άρχισαν να τους χωρίζουν. Άλλοι θα πήγαιναν στην Πάφο, άλλοι στη Λευκωσία, άλλοι σε διαφορετικές περιοχές. «Σε όλη τη διαδρομή, διότι μας είχαν βάλει σε λεωφορεία, όπου κι αν σταματούσαμε μας υποδέχονταν Κύπριοι με γλύκα ή φαγητό. Η φράση τους ήταν “καλώς τα αδέλφια μας”. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Τους χρωστώ παντοτινά μεγάλη ευγνωμοσύνη».

 

Ο κ. Μισιρλής και η οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στο Ακάκι. «Άνθρωποι του χωριού μας φιλοξένησαν – μας έδωσαν δωρεάν στην ουσία το δεύτερο όροφο του σπιτιού τους. Μείναμε για έναν χρόνο. Απέκτησα μάλιστα και έναν αδελφικό φίλο, τον Πέτρο Χατζηττοφή, τον οποίο, όμως, δεν ξαναβρήκα ποτέ. Φύγαμε από εκεί, μας άλλαζαν συχνά τόπους. Πήγαμε επίσης στο Ξερό και στο Ζύγι. Τον δεύτερο χρόνο ήρθε και μας βρήκε και ο πατέρας μου. Τότε μεταφερθήκαμε σε προσφυγικό καταυλισμό».

 

Όταν έφυγαν οι Γερμανοί και έπαψε η κατοχή στην Ελλάδα, οι πρόσφυγες θέλησαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους, μαζί τους και ο κ. Μισιρλής, που επέστρεψε στη Χίο. 
 

«Ακούγαμε στριγκλιές από τη θάλασσα»
 

Από την Κάτω Παναγιά όπου είχαν αποβιβαστεί, τους μετέφεραν στον Τσεσμέ. Εκεί παρέμειναν τέσσερις μέρες. Επρόκειτο να ξεκινήσουν από την Τουρκία δύο πλοία με σκοπό να μεταφέρουν εκατοντάδες πρόσφυγες. Τους είπαν ότι θα σταλούν στην Κύπρο. «Το ένα ήταν ολοκαίνουργιο καράβι. Το άλλο ήταν παλιό και σάπιο. Προσπαθήσαμε να μπούμε στο καινούργιο. Δεν τα καταφέραμε και μπήκαμε στο ερείπιο. Ήταν άθλιο. Λίγο αργότερα, σταματήσαμε σε στεριά να το μοντάρουμε, για να μη σπάσει. Μάλιστα, στη διάρκεια του ταξιδιού πήρε φωτιά και η μηχανή. Βοηθούσε ο κόσμος στην κατάσβεση και την επιδιόρθωσε ο θείος μου, ο οποίος ήταν οδηγός και ήξερε από μηχανές. Το πλοίο δεν διέθετε τίποτα άλλο πέρα από το δωμάτιο με το τιμόνι που έμπαινε ο καπετάνιος. Εγώ έμεινα στο κατάστρωμα και η οικογένειά μου ήταν στο αμπάρι. Δεν πήγαινα όμως, διότι ο κόσμος έκανε την ανάγκη του εκεί μέσα. Τα λύματα είχαν φτάσει μέχρι το γόνατο και σιχαινόμουν». 

 

Σύντομα, το νέο πλοίο που είχε ξεκινήσει μια μέρα αργότερα, τους προσπέρασε. «Την ίδια νύχτα ακούσαμε φασαρία από τη θάλασσα. Ήταν στριγκλιές από ναυαγούς. Κάποιοι από το σκάφος μας συγκεντρώθηκαν να πάνε να βοηθήσουν. Μπόρεσαν να διασώσουν μόλις πέντε άτομα, οι υπόλοιποι πνίγηκαν. Τότε ήταν που μάθαμε ότι ήταν το καινούργιο πλοίο που βυθίστηκε, το οποίο είχε πέσει σε ξέρα». 

 

Το ταξίδι συνεχίστηκε, μέχρι που τους εντόπισε τουρκική περίπολος. Τους έκανε σινιάλο να σταματήσουν για έλεγχο, αλλά δεν το πρόσεξαν και οι Τούρκοι απάντησαν με πυροβολισμούς. Τότε σκίστηκε και το πανί και το ταξίδι έγινε ακόμη πιο δύσκολο. 

  

Δέσποινα Ψύλλου   

Περισσότερα Εδω

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο μας

Διατηρούμε τα δεδομένα σας ιδιωτικά και μοιράζεστε τα δεδομένα σας μόνο με τρίτα μέρη που καθιστούν δυνατή αυτή την υπηρεσία. Διαβάστε την Πολιτική Απορρήτου μας.

ΔΕΙΤΕ ΖΩΝΤΑΝΑ ΤΩΡΑ!

Δημοφιλή