Aντιμέτωπο με το σοβαρό ενδεχόμενο να κινηθεί εναντίον του διαδικασία επί παραβάσει φέρνει το ελληνικό κράτος η καταγγελία των δανειοληπτών ελβετικού φράγκου, που εδώ και μερικά 24ωρα έχει υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Viber

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Όπως προκύπτει από το κείμενο που βρίσκεται στην αρμόδια διεύθυνση της Κομισιόν και δημοσιοποίησε η «Εφ.Συν.», ο Πανελλήνιος Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου (ΣΥΔΑΝΕΦ) υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγγελία κατά της Ελλάδας για παραβίαση του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΣΛΕΕ).

«Επιβεβλημένη κίνηση»

«Αυτονόητα δεν είναι ευχάριστη η θέση στην οποία βρισκόμαστε, να καταγγέλλουμε την Ελληνική Δημοκρατία, όμως στο πλαίσιο υπεράσπισης της λειτουργίας ενός κράτος δικαίου το θεωρούμε ως επιβεβλημένη κίνηση, αν όχι και υποχρέωση», αναφέρει ο ΣΥΔΑΝΕΦ, που εκπροσωπεί αρκετές χιλιάδες από τους 70.000 δανειολήπτες – και τους 280.000 άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενους – οι οποίοι, εδώ και 15 χρόνια, έχουν παγιδευτεί σε μία διόγκωση των δανειακών οφειλών τους από τις αλλαγές στην ισοτιμία του ελβετικού φράγκου.

Στο επίκεντρο της καταγγελίας τίθεται η απόφαση 948/2021 του Αρείου Πάγου (επί αγωγής 4.624 δανειοληπτών και εγγυητών κατά της Eurobank), με την οποία το ανώτατο δικαστήριο απορρίπτει τη συλλογική αναίρεσή τους, απορρίπτοντας τους κυριότερους ισχυρισμούς τους.

Δηλαδή, α) ότι οι δανειακές συμβάσεις που επέβαλαν οι τράπεζες στους πελάτες τους δεν παρείχαν δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων και σαφήνεια για τον τρόπο υπολογισμού των δόσεων σε ευρώ ή ελβετικό φράγκο, β) ότι περιείχαν αδιαφανείς όρους εξαιρετικά επιβλαβείς για τους δανειολήπτες λόγω της ραγδαίας μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου από το 2010 και μετά και γ) ότι παραβιάστηκαν η υποχρέωση των τραπεζών στην προσυμβατική ενημέρωση και η αρχή της διαφάνειας κατά το δίκαιο του καταναλωτή.

Όπως αναφέρουν οι καταγγέλλοντες, ο Άρειος Πάγος ερμήνευσε το δίκαιο περί προστασίας του καταναλωτή (νόμος 2251/1994) με τρόπο αντίθετο προς το υπέρτερο ενωσιακό δίκαιο, όπως επανειλημμένα αυτό έχει ερμηνευτεί σε αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ε.Ε.

Ωστόσο, το κυριότερο στοιχείο της καταγγελίας είναι ότι το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των δανειοληπτών να υποβληθούν προδικαστικά ερωτήματα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ως αποκλειστικά αρμόδιο δικαστικό όργανο για την ερμηνεία των ενωσιακών κανόνων. «Με αυτήν την παράλειψή του ο Άρειος Πάγος παραβίασε τη θεμελιώδη υποχρέωση των ανωτάτων δικαστηρίων των κρατών-μελών της Ε.Ε. να αποστέλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, όταν στην ενώπιόν τους διαφορά τυγχάνουν εφαρμογής ενωσιακοί κανόνες (άρθρο 267 ΣΛΕΕ)», αναφέρει στην καταγγελία προς τις Βρυξέλλες ο Σύλλογος Δανειοληπτών.

Τι σημαίνει πρακτικά η καταγγελία στην Κομισιόν; Η Επιτροπή θα εξετάσει το περιεχόμενό της και μπορεί είτε απλώς να «αρχειοθετήσει» την υπόθεση, είτε να εκκινήσει διαδικασία επί παραβάσει εις βάρος της Ελλάδας, ζητώντας αρχικά εξηγήσεις από τις ελληνικές αρχές και, στη συνέχεια, σε ένα χρονικό ορίζοντα απροσδιόριστο, να ζητήσει από τη χώρα μέτρα επανόρθωσης και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, να φτάσει ακόμη και στην επιβολή προστίμων.

«Δεν ζητούμε τίποτα παραπάνω από δίκαιη λύση για τους χιλιάδες δανειολήπτες που έχουν γίνει βορά στα ξένα funds και σε κερδοσκοπικά χρηματιστηριακά παιχνίδια. Καλούμε τους πολιτικούς και θεσμικούς παράγοντες να μην υιοθετούν τις κερδοσκοπικές απόψεις των τραπεζικών ιδρυμάτων, αλλά να αναλάβουν ουσιαστικές πρωτοβουλίες διαλόγου και ρυθμίσεων, ώστε οι Ελληνες πολίτες να μην πέσουν θύματα πρακτικών τύπου ‘Χρηματιστηρίου ‘99’. Είναι αδιανόητο ακόμη και συνεπείς δανειολήπτες να αποπληρώνουν επί έτη κανονικά και να διαπιστώνουν πως το υπολειπόμενο κεφάλαιο του δανείου αυξάνεται αντί να μειώνεται», επισημαίνει ο Σύλλογος Δανειοληπτών.

Ενημερωτικό σημείωμα του Συλλόγου Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου για τη νομική βάση της καταγγελίας που υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή:

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου (ΣΥ.ΔΑΝ.Ε.Φ.), συνεπής στους στόχους του και στις υποσχέσεις για συνεχή νομική προσπάθεια μέχρι την οριστική νομική δικαίωση, ενημερώνει τα μέλη του και τους κοινωνικούς φορείς ότι υποβλήθηκε και εισήχθη ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγγελία κατά της Ελλάδος, αναφορικά με την παραβίαση από την Ελληνική Δημοκρατία του άρθρου 267 Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.).

Αυτονόητα δεν είναι ευχάριστη η θέση στην οποία βρισκόμαστε, να καταγγέλλουμε – δηλαδή- την Ελληνική Δημοκρατία με πιθανή ακόμη και τη συνέπεια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να κινήσει επίσημη διαδικασία «επί παραβάσει» κατά της Ελλάδας, ΌΜΩΣ στα πλαίσια υπεράσπισης της λειτουργίας ενός κράτος δικαίου το θεωρούμε ως μια επιβεβλημένη κίνηση εάν όχι υποχρέωση.

Γιατί όμως το Δ.Σ. του ΣΥ.ΔΑΝ.Ε.Φ. εκπροσωπώντας τα χιλιάδες μέλη του προέβη σε αυτήν την κίνηση; Τι ακριβώς προηγήθηκε;

Mε την υπ’ αρ. 948/2021 (απόφαση συλλογικής αγωγής κατά της Eurobank) απόφασή του ο Άρειος Πάγος επέμεινε στο σκεπτικό που είχε διατυπώσει η Ολομέλεια με την προηγηθείσα απόφαση ατομικής περίπτωσης (4/2019), απορρίπτοντας τους κυριότερους ισχυρισμούς μας:

  • i) ότι οι δανειακές συμβάσεις δεν παρείχαν δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων τους και σαφήνεια περί του τρόπου υπολογισμού της οφειλόμενης δόσης σε ευρώ ή ελβετικό φράγκο,
  • ii) ότι περιείχαν αδιαφανείς όρους που υπήρξαν εξαιρετικά επιβλαβείς για τους δανειολήπτες λόγω της ραγδαίας μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου και
  • iii) ότι παραβιάσθηκε η υποχρέωση προσυμβατικής ενημέρωσης και η αρχή της διαφάνειας εκ του δικαίου του καταναλωτή.

Όπως προκύπτει, με την εν λόγω απόφαση το ανώτατο πολιτικό δικαστήριο της χώρας ερμήνευσε το εθνικό δίκαιο περί προστασίας του καταναλωτή (νόμος 2251/1994) κατά τρόπο αντίθετο με το συναφές, υπέρτερης ισχύος ενωσιακό δίκαιο, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί επανειλημμένως από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) αλλά και άλλα ανώτατα δικαστήρια των κρατών μελών.

Επιπλέον όμως αυτού, απέρριψε το αίτημα ημών των δανειοληπτών – αναιρεσειόντων για την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) ως αποκλειστικά αρμόδιο δικαστικό όργανο για την ερμηνεία των ενωσιακών κανόνων. Με αυτήν την παράλειψή του ο  Άρειος Πάγος παραβίασε τη θεμελιώδη υποχρέωση των ανωτάτων δικαστηρίων των κρατών μελών της Ένωσης να αποστέλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δ.Ε.Ε., όταν στην ενώπιόν τους διαφορά τυγχάνουν εφαρμογής ενωσιακοί κανόνες (άρθρο 267 Σ.Λ.Ε.Ε.).

Είναι αλήθεια ότι η στάση αυτή του ανωτάτου μας δικαστηρίου στην προκείμενη υπόθεση επισφραγίζει μία εξελισσόμενη εδώ και χρόνια νομολογία αντίθετη στη νομολογία του Δ.Ε.Ε. αναφορικά με την Οδηγία 93/13/ΕΚ, φανερώνει μία πρόθεση αντιδικίας και καχυποψίας απέναντι στο ΔΕΕ, και συνιστά αρνητικό παράδειγμα για τα Πρωτοδικεία και τα Εφετεία της χώρας μας αναφορικά με την αναγκαιότητα ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, που οδηγεί στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που αυτό απονέμει στους πολίτες.

Ως συνέπεια των παραπάνω, αφενός προκλήθηκε στα μέλη του Σωματείου μας αλλά και στους λοιπούς προσφεύγοντες ουσιώδης και υπερμεγέθης ζημία από τη μη προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ενωσιακή νομοθεσία, και αφετέρου διαταράχθηκε η ενότητα της ερμηνείας και εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου κατά παράβαση του άρθρου 267 Σ.Λ.Ε.Ε.

Όπως ήδη αναφέρθηκε ως μέσο αντίδρασης, και προκειμένου να συνεχιστεί η αξιοποίηση των νομίμων μέσων που έχουμε στη διάθεσή μας, το Δ.Σ. του Σωματείου μας αποφάσισε την υποβολή καταγγελίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελλάδας λόγω της παραβίασης από τον Άρειο Πάγο των υποχρεώσεων που επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια το ενωσιακό δίκαιο, και ειδικότερα ο μηχανισμός της προδικαστικής παραπομπής. Με την κίνησή μας αυτή φιλοδοξούμε να πείσουμε την Επιτροπή να κινηθεί και να λάβει μέρος στο νομικό μας αγώνα ακολουθώντας τις προβλεπόμενες διαδικασίες, ώστε να διακοπεί εν τη γενέσει της η παράνομη και παράλογη αυτή στάση των δικαστηρίων μας αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα των δανείων με ρήτρα αξίας ελβετικού φράγκου.

«Όχι σε πρακτικές τύπου Χρηματιστηρίου ’99»

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου παράλληλα – όπως πάντα έπραττε – με τις δικαστικές αξιώσεις για τα χιλιάδες μέλη του, κρούει ξανά των κώδωνα του κινδύνου ζητώντας από όλους τους πολιτικούς και θεσμικούς παράγοντες, να μην μένουν θεατές, να μην ακούν – υιοθετούν μόνο τις κερδοσκοπικές απόψεις των τραπεζικών ιδρυμάτων αλλά να αναλάβουν ουσιαστικές πρωτοβουλίες κοινωνικού διαλόγου, κανονιστικών ρυθμίσεων ή και νομοθετικές πρωτοβουλίες, για να διασφαλιστεί ότι οι Έλληνες πολίτες, υφιστάμενοι και μέλλοντες, δεν θα πέσουν θύματα αντίστοιχων πρακτικών τύπου «Χρηματιστηρίου ’99».

Τονίζουμε πως δεν ζητούμε τίποτα παραπάνω από μια κοινωνική και δίκαιη λύση για τους χιλιάδες Έλληνες δανειολήπτες που έχουν γίνει βορά στα ξένα Funds και τα κερδοσκοπικά χρηματιστηριακά παιχνίδια. Είναι αδιανόητο ακόμη και για τους συνεπείς δανειολήπτες αυτής της παραμελημένης κατηγορίας συμπολιτών δανειοληπτών να αποπληρώνουν επί έτη κανονικά και να διαπιστώνουν πως το υπολειπόμενο κεφάλαιο του δανείου αυξάνεται αντί να μειώνεται.

Έτσι λοιπόν, ενώ η Ελλάδα, απέχει από την Ελβετία 2.153 χιλιόμετρα και ως Ελλάδα δεν υπήρξαμε ποτέ γείτονες χώρες. Κι όμως η συντριπτική πλειοψηφία των 280.000 εμμέσως η άμεσων εμπλεκομένων Ελλήνων δανειοληπτών με ρήτρα αξίας ελβετικού φράγκου ενώ οι ίδιοι ποτέ δεν εισέπραξαν ελβετικά φράγκα, ποτέ δεν είδαν ελβετικά φράγκα στους λογαριασμούς τους και ποτέ δεν απέκτησαν σπίτι με ελβετικά φράγκα αλλά με ευρώ, πολλώ δε μάλλον ουδείς εξ αυτών δεν εργάζονταν στην Ελβετία, μένοντας ταυτόχρονα στην Ελλάδα, ώστε τα υποτιθέμενα εισοδήματά τους σε Ελβετικά Φράγκα να αποτελούν φυσική αντιστάθμιση κάθε συναλλαγματικού κινδύνου τους. Και όμως εγκρίθηκαν δάνεια τελικά από τις ελληνικές τράπεζες ακόμη και αν υπήρξε – μεταξύ άλλων – κατά την περίοδο εκείνη ισχυρή οδηγία μέσω πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (2501 πΔτΕ) σχετικά με τη διαφάνεια των τραπεζικών συναλλαγών.