Παρά τα σημάδια συμβιβαστικών τόνων, επέστρεψαν και πάλι οι υψηλοί τόνοι σε σχέση με την Ουκρανία

Παρότι φάνηκε ότι ύστερα από κινήσεις, όπως ήταν η συνομιλία Μπάιντεν και Πούτιν, ο δημόσιος διάλογος Λαβρόφ και Πούτιν, η επίσκεψη Σολτς σε Ουκρανία και Ρωσία, το διάγγελμα Μπάιντεν, η ανακοίνωση ότι ξεκινά μερική αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από τα πεδία ασκήσεων κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία, ότι περνάμε σε μια φάση όπου τον πρώτο λόγο τον έχει η διπλωματία, τις τελευταίες μέρες επέστρεψαν οι υψηλοί τόνοι για  το Ουκρανικό.

Viber

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Την πρωτοβουλία την είχαν κυρίως οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, που αμφισβήτησαν ευθέως τις ρωσικές ανακοινώσεις για εκκίνηση της διαδικασίας αποχώρησης τμήματος των ρωσικών δυνάμεων και επανέφεραν τη θέση – δια στόματος και του Τζο Μπάιντεν – ότι επίκειται και δη με άμεσο τρόπο ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Αυτό οδήγησε σε ένα νέο επικοινωνιακό καταιγισμό με αντικείμενο ακριβώς την επικείμενη ρωσική επίθεση, αν και αυτή τη φορά χωρίς προσδιορισμό συγκεκριμένης ημερομηνίας, όπως έγινε στην προηγούμενη φάση έντασης, παράλληλα με επαναφορά και των σεναρίων ότι η Ρωσία θα «σκηνοθετήσει» ένα επεισόδιο που θα της δίνει το τυπικό πρόσχημα για να εισβάλει.

Η Ρωσία επιμένει ότι δεν επίκειται εισβολή και επαναφέρει τις προτάσεις της για τη συλλογική ασφάλεια

Απέναντι σε αυτό οι εκπρόσωποι της ρωσικής κυβέρνησης έχουν επιμείνει ότι δεν επίκειται εισβολή και διαψεύδουν τις σχετικές ανακοινώσεις του ΝΑΤΟ και των αμερικανών αξιωματούχων.

Την ίδια στιγμή η Ρωσία έδωσε στη δημοσιότητα την απάντησή της στις αμερικανικές προτάσεις σχετικά με τα ζητήματα συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη.

Η Ρωσία επισημαίνει ότι η αμερικανική απάντηση δεν ήταν ικανοποιητική αφού δεν περιλαμβάνει δεσμεύσεις για τη μη περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ, για τη μη είσοδο της Ουκρανίας και της Γεωργίας και για τη μη κατασκευή στρατιωτικών βάσεων σε χώρες που ανήκαν στην ΕΣΣΔ και δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ και συνολικά την επιστροφή των στρατιωτικών υποδομών του ΝΑΤΟ στο σημείο που ήταν το 1997.

Η απάντηση απορρίπτει τα τελεσίγραφα για την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων και διαπιστώνει ότι η αμερικανική θέση δεν στέκεται στο ρωσικό αίτημα για «συζήτηση-πακέτο» ενώ αγνοεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ρωσίας και των εγνοιών της για ζητήματα ασφάλειας.

Η απάντηση ως προς το θέμα αυτό καταλήγει ότι εν απουσία αμερικανικής βούλησης να δεσμευτική συμφωνία στα ζητήματα ασφάλειας, η Ρωσία θα απαντήσει, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής «στρατιωτικοτεχνικών μέτρων».

Η Ρωσία αρνείται ότι προσάρτησε την Κριμαία και υπογραμμίζει ότι εάν ενταχθεί η Ουκρανία στο ΝΑΤΟ υπάρχει ενδεχόμενο το Κίεβο να θελήσει να ανακτήσει την Κριμαία και αυτό ενέχει τον κίνδυνο να παρασύρει τις ΗΠΑ και τους συμμάχους σε ένοπλη αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Σε σχέση με την ουκρανική κρίση, η Ρωσία αρνείται ότι πυροδότησε τη σύγκρουση στο Ντονμπάς και ότι αυτή είναι μια εσωτερική σύγκρουση στην Ουκρανία που μπορεί να αντιμετωπιστεί με την εφαρμογή των Συμφωνιών του Μινσκ που ορίζει συγκεκριμένες διαδικασίες διαλόγου και αναγνωρίζει ως συνομιλητές τους εκπροσώπους του Ντονέτσσκ και του Λουγκάνσκ.

Επιπλέον, η ρωσική απάντηση κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι δεν αναφέρονται στην αρχή της αδιαίρετης ασφάλειας, παρότι την έχουν αποδεχτεί σε μια σειρά από κοινές διακηρύξεις. Επισημαίνει ότι η «πολιτική ανοιχτών θυρών» του ΝΑΤΟ έρχεται σε αντιπαράθεση με δηλώσεις του ίδιου του ΝΑΤΟ στη δεκαετία του 1990 περί της αποφυγής μονομερών ενεργειών.

Από την άλλη, η απάντηση επισημαίνει – όπως και ο Πούτιν σε δηλώσεις του – ότι υπάρχουν προτάσεις για τον έλεγχο των εξοπλισμών και αναγνώριση της ορθότητας σχετικών θέσεων της Ρωσίας. Όμως, ταυτόχρονα επισημαίνει η απάντηση ότι οι ΗΠΑ δεν κατανοούν τον χαρακτήρα «πρότασης – πακέτου» που έχουν οι ρωσικές προτάσεις.

Η μάχη για τον έλεγχο του αφηγήματος

Εάν κανείς παρατηρήσει την ασυμμετρία ανάμεσα στις τοποθετήσεις, με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να επικεντρώνουν στο ζήτημα μιας επικείμενης εισβολής στην Ουκρανία ως αυτό που πρέπει να απασχολήσει τη διεθνή κοινότητα και τη ρωσική θέση ότι αυτό που πρέπει να συζητηθεί είναι το καθεστώς ασφάλειας στην Ευρώπη, μπορεί να κατανοήσει και το επίδικο και την ένταση της τρέχουσας αντιπαράθεσης.

Είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ κινούνται με βάση την αντίληψη ότι η Ρωσία αποτελεί απειλή (ιδίως σε έναν συνδυασμό με μια ευρασιατική ολοκλήρωση) που μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από την άσκηση της μέγιστης πίεσης επάνω της, ώστε να αλλάξει συνολικά προσανατολισμό και μέχρι τότε θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα επέκτασης του ΝΑΤΟ ώστε να διαμορφώνεται ένα είδος «υγειονομικής ζώνης» απέναντι στη Ρωσία.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι κομβικό για τις ΗΠΑ να κατοχυρωθεί στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα ότι σήμερα η Ρωσία είναι μια επιτιθέμενη και αποσταθεροποιητική δύναμη, στην οποία, εάν χρειαστεί μπορεί να επιβληθούν κυρώσεις και απέναντι στην οποία όσα κράτη αισθάνονται ότι απειλούνται μπορούν να ζητήσουν να γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ.

Αυτό εξηγεί γιατί σε αυτή τη φάση οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους μάλλον θα κλιμακώσουν αυτή την πολιτική και επικοινωνιακή πίεση αντί να πάνε σε μια γραμμή αποκλιμάκωσης και διαλόγου. Αυτό επιτείνεται από ότι οι ΗΠΑ φαίνεται να θεωρούν ότι σε μεγάλο βαθμό «έλεγξαν το αφήγημα» και πλέον συζήτηση γίνεται κυρίως με τους δικούς τους όρους, δηλαδή γύρω από μια εισβολή στην Ουκρανία, που η Ρωσία αρνείται, και γενικότερα με όρους «ρωσικής απειλής». Σε μια προωθημένη εκδοχή αυτή η κίνηση θα ήθελε να επεδίωκε ακόμη και την επιβολή κυρώσεων χωρίς εισβολή, απλώς και μόνο με το κριτήριο της «απειλής». Οριακά ορισμένες εκ των τοποθετήσεων φαντάζουν ως να επιδιώκουν την ένοπλη σύγκρουση στην Ουκρανία ώστε να καταστεί πιο εύκολη η επιβολή πολύ αυστηρών κυρώσεων στην Ρωσία.

Η Ρωσία από τη μεριά της προσπαθεί να περάσει τη δική της θέση που αφορά τη συνολική επανεκτίμηση της συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη, με επιστροφή σε μια αντίληψη για την ασφάλεια της δεκαετίας του 1990 και έμφαση στη δυνατότητα να μπουν περιορισμοί στην επέκταση των στρατιωτικών συνασπισμών και των οπλικών συστημάτων, παράλληλα με μια ισχυρή έννοια της κυριαρχίας.

Αυτή τη θέση προσπαθεί να τη συνδυάσει με την αποτροπή τετελεσμένων στην Ουκρανία, μέσα από την επίδειξη δύναμης» στο Κίεβο ως προς τις επιπτώσεις τυχόν παραβίασης των ρωσικών «κόκκινων γραμμών», με παράλληλη έμφαση ότι υπάρχει διέξοδος μέσα από την εφαρμογή των Συμφωνιών του Μινσκ.

Μέχρι τώρα η Ρωσία δείχνει να βρίσκει δυνατότητες να συνομιλήσει για αυτά τα θέματα περισσότερο με τους Ευρωπαίους, παρά με τις ΗΠΑ (αν και ο Μπλίνκεν έχει επανειλημμένα αναφερθεί και στις Συμφωνίες του Μινσκ ως τη διαδικασία για τη συζήτηση της ουκρανικής κρίσης). Ωστόσο, συνολικά δεν έχει μπορέσει να ορίσει τους όρους της συζήτησης και κυρίως να μπορέσει να κατοχυρώσει το βασικό της αίτημα που είναι να ακουστούν οι δικές της ανησυχίες ως μιας ισότιμης «υπερδύναμης».

Την ίδια στιγμή η ίδια η Ρωσία έχοντας «υψώσει τον πήχη» και τα διακυβεύματα από τη μεριά της και έχοντας απέναντι της αυτού του είδους την πολιτικοεπικοινωνιακή στρατηγική, έχει βρεθεί σε ένα σημείο όπου δεν είναι εύκολο να οριστεί μια αναδίπλωση που δεν θα παρουσιαστεί ως «υποχώρηση», την ίδια ώρα που συναντά τη συστηματική αμφισβήτηση των προθέσεών της.

Οι ασύμμετροι όροι μιας στρατηγικής αντιπαράθεσης

Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια ασυμμετρία στο πώς αντιμετωπίζουν οι δύο πλευρές τη σύγκρουση. Είναι σαφές ότι το πραγματικό επίδικο δεν είναι η Ουκρανία αλλά ο συσχετισμός δύναμης και η αρχιτεκτονική του διεθνούς χώρου. Η Ρωσία προτείνει ένα μοντέλο ισορροπιών και αμοιβαίων κινήσεων σεβασμού για την εξασφάλιση της ειρήνης, που προέρχεται από τον Ψυχρό Πόλεμο αλλά και την πρώτη μεταψυχροπολεμική εποχή. Οι ΗΠΑ, ή τουλάχιστον ένα σημαντικό τμήμα του διπλωματικού και στρατιωτικού τους κατεστημένου, πιστεύουν ότι αυτή τη στιγμή η καλύτερη αρχιτεκτονική είναι η διεύρυνση των συμμαχιών που ορίζουν τη Δύση και η συνεχής πίεση προς τις «αυταρχικές κυβερνήσεις» να αποδεχτούν αυτή τη συνθήκη – που συνήθως εμπεριέχει την νομιμοποιητική επίκληση ζητημάτων η δημοκρατία ή τα ανθρώπινα δικαιώματα– και να δουν να μειώνεται η σχετική ισχύς ή επιρροή τους.

Το πρόβλημα είναι ότι όσο αυτή η συζήτηση δεν μετατρέπεται σε διάλογο και διαπραγμάτευση, έστω και δύσκολη και σκληρή, για τη συλλογική ασφάλεια, τις ισορροπίες και τους κανόνες στο διεθνές τοπίο, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος η συζήτηση να γίνει «έμπρακτα» γύρω από κάποια υπαρκτή διεθνή κρίση, όπως είναι η Ουκρανική. Μόνο που η ιστορία έχει δείξει ότι όταν συνολικότεροι συσχετισμοί και αντιθέσεις φορτίζουν επιμέρους περιφερειακές κρίσεις, συνήθως το αποτέλεσμα είναι η κλιμάκωση και όχι η αποκλιμάκωση της έντασης.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr
Τερατώδες κύμα που καταγράφηκε στον Καναδά «εμφανίζεται μια φορά στα 1.300 χρόνια»