Σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου, οι ΗΠΑ, η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, δεν διαθέτουν καθολικό πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης. Η ασφάλιση υγείας των κατοίκων τους, στηρίζεται σε ένα ιδιωτικό σύστημα ασφάλισης μέσω των εργοδοτών. Ουσιαστικά, πέραν των μισθών, οι επιχειρήσεις προσφέρουν στους εργαζόμενους περισσότερο ή λιγότερο προνομιακά πακέτα ασφάλισης – ή, ορισμένες φορές, καθόλου ασφάλιση.

Viber

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ταυτόχρονα, υφίστανται πολιτειακά και ομοσπονδιακά ασφαλιστικά προγράμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται από τη φορολόγηση των πολιτών, με πιο διάσημο ανάμεσά τους το «Obamacare» που εισήχθη το 2010, προσφέροντας πρόσβαση στην υγεία σε χαμηλόμισθους που δεν δικαιούνταν ασφάλισης απόρων. Ωστόσο, ο τρόπος εφαρμογής αυτής της ομοσπονδιακής νομοθεσίας, εφαρμόζεται από την κάθε πολιτεία σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικά κριτήρια για τους ωφελούμενους.

  • Διαβάστε επίσης: Έρευνα – Το χειρότερο σύστημα υγείας διαθέτουν οι ΗΠΑ

Ταυτόχρονα, η ασφάλιση, ιδιωτική ή δημόσια, όχι απλώς δεν απαλλάσσει τους ασφαλισμένους από τις δαπάνες υγείας στα νοσοκομεία, μικρό ποσοστό των οποίων είναι κρατικά, αλλά συχνά η νοσηλεία ακόμη και για ένα απλό πρόβλημα, όπως ένα κάταγμα, μπορεί να οδηγήσει τους ασθενείς σε χρέη χιλιάδων δολαρίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μελέτη του 2009 που πραγματοποιήθηκε σε πέντε πολιτείες, διαπιστώθηκε ότι το ιατρικό χρέος ήταν η αιτία για το 46,2% του συνόλου των ατομικών χρεοκοπιών, ενώ το 2017 στις αιτήσεις χρεοκοπίας το 62,1% επικαλούνταν ιατρικά έξοδα.

Και αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα απαλλάσσεται από τις υψηλές δημόσιες δαπάνες για την υγεία – αγαπημένο επιχείρημα εκείνων που ζητούν την ιδιωτικοποίηση των συστημάτων υγείας της Ευρώπης. Αντιθέτως, με $9.403 κατά κεφαλήν ανά έτος, η χώρα έχει σύμφωνα με μελέτη του 2017 το πιο ακριβό σύστημα υγείας και παράλληλα εκείνο με τις χειρότερες επιδόσεις ανάμεσα σε 11 ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου. Συγκριτικά, οι κατά κεφαλήν δημόσιες δαπάνες για την υγεία στην Ελλάδα για το 2019 περιορίζονταν στα $2.238.

Ανισότητες από τη μια πολιτεία στην άλλη

Άρθρο που δημοσίευσε ο Guardian φέρνει στο φως πώς μεταφράζεται στην πράξη αυτή η απουσία καθολικής πρόσβασης στην ιατρική περίθαλψη. Η βρετανική εφημερίδα εξετάζει την περίπτωση του Μισισίπι, της πιο φτωχής πολιτείας των ΗΠΑ, η οποία έχει και το μεγαλύτερο ποσοστό μαύρων πολιτών. Σε αντίθεση με τη γειτονική Λουιζιάνα, στο Μισισίπι δεν υπάρχει η δυνατότητα δημόσιας ασφάλισης για τους εργαζομένους που δεν καλύπτονται από το ασφαλιστικό πακέτο του εργοδότη τους, όσο χαμηλά και αν είναι τα εισοδήματά τους, αν είναι ανύπαντροι και δεν έχουν παιδιά.

Άλλωστε, η Λουιζιάνα είναι η μοναδική πολιτεία του Νότου, όπου ζουν οι περισσότεροι από τους 2 εκατομμύρια εργαζόμενους με περιορισμένη ασφάλιση υγείας στις ΗΠΑ, που έχει προχωρήσει σε μια τέτοια πρόβλεψη. Όπως αναφέρει ο Guardian, η κληρονομιά της περιόδου της δουλείας συνεχίζει να διαμορφώνει τις πολιτικές υγείας στην περιοχή και να μπλοκάρει τις προσπάθειες ανακούφισης χιλιάδων μαύρων ανθρώπων από τη φτώχεια.

Το 78% των κατοίκων του Μισισίπι θα αποκτούσε πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, αν η πολιτεία επέκτεινε το δικαίωμα δημόσιας ασφάλισης υγείας και στους άπορους που δεν έχουν αποκτήσει παιδιά.

«Αν είσαι φτωχός, βγάλε χρήματα για να μην πεθάνεις»

Ο Ντον Σιμόντον, συνταξιούχος καθηγητής του Πολιτειακού Πανεπιστημίου Άλκορν, δήλωσε στον Guardian: «Ο αποκλεισμός από το Medicaid είναι σκανδαλώδης. Είναι κλασικό για τις δομές εξουσίας του Νότου, από την εποχή της δουλείας μέχρι και σήμερα: Αν είσαι φτωχός, καλά θα κάνεις να βγάλεις μερικά χρήματα, αν δεν θέλεις να πεθάνεις».

Οι ανισότητες στην πρόσβαση στην υγεία επιμένουν όχι μόνο παρά την πανδημία, αλλά και παρά τον διακηρυγμένο στόχο του Obamacare να εξασφαλίσει κοινά στάνταρ για όλη τη χώρα. Και αυτό γιατί ορισμένες πολιτείες αρνήθηκαν να λάβουν μέρος σε αυτό.

Ο Τζάμπριελ Μουχάμαντ, ένας 40χρονος άνδρας από το Μισισίπι που μίλησε στον Guardian, χρειάστηκε να καταβάλει $1.394 τον Οκτώβριο για μια αξονική τομογραφία. Έπρεπε να εντοπιστεί η αιτία που δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Είναι εργαζόμενος, αλλά το εισόδημά του μετά βίας φτάνει τα $10.000 το χρόνο.

Τα οφέλη της διεύρυνσης των ασφαλιστικών δικαιωμάτων

Λίγα μίλια μακριά του, στη Λουιζιάνα, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική μετά την επέκταση του Medicaid το 2015. Οι ανασφάλιστοι ενήλικες στο Μάντισον, για παράδειγμα, έχουν μειωθεί έκτοτε κατά 8%, ενώ πολλά νοσοκομεία που είχαν φτάσει στο χείλος της χρεοκοπίας εξαιτίας της δωρεάν φροντίδας που παρείχαν σε απόρους κατάφεραν να διασωθούν. Τα κόστη υγείας που δεν αποζημιώνονταν μειώθηκαν κατά 55% στα νοσοκομεία της επαρχίας, σύμφωνα με μελέτη του 2021, ενώ τα νοσοκομεία είναι γενικώς σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με εκείνα των πολιτειών που έχουν επιλέξει να μην επεκτείνουν το δικαίωμα δημόσιας ασφάλισης.

Αντιθέτως, στην κομητεία Τζέφερσον όπου ζει ο Μουχάμαντ, το νοσοκομείο κινδυνεύει να κλείσει. Και αν συμβεί κάτι τέτοιο, οι κάτοικοι φοβούνται ότι θα συμπαρασύρει και τις – επίσης ιδιωτικές – φυλακές και τα σχολεία. Μέχρι την απαγόρευση της δουλείας, η κομητεία ήταν μια από τις πλουσιότερες στο Μισισίπι. Πλέον ανήκει στις φτωχότερες, με το 37% των κατοίκων να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, που ορίζεται για τις ΗΠΑ στα $26.500 για μια τετραμελή οικογένεια. Σχεδόν το 70% λαμβάνει κάποια μορφή κρατικής στήριξης.

Ζήτημα οικονομίας ή ιδεολογίας;

Τον Σεπτέμβριο, δημοσιεύθηκε έκθεση που έδειχνε ότι αν η πολιτεία αποφάσιζε να επεκτείνει την εφαρμογή του Medicaid θα προσέθετε 11.300 θέσεις εργασίας από το 2022 έως το 2027, θα μείωνε σημαντικά τα κόστη που επιβαρύνουν τα νοσοκομεία εξαιτίας της αδυναμίας των ασθενών να πληρώσουν για τη θεραπεία τους και εντέλει θα κάλυπτε τα έξοδά του και θα γινόταν κερδοφόρο μέσα σε μια δεκαετία. Όμως ο κυβερνήτης, Τέιτ Ριβς, επιμένει ότι μια τέτοια κίνηση θα ήταν επικίνδυνη.

Στην περσινή του πρόταση προϋπολογισμού, ο Ρεπουμπλικάνος Ριβς έγραψε: «Πιστεύω με βεβαιότητα ότι δεν είναι καλή πολιτική να προσθέσουμε άλλους 300.000 κατοίκους στην χρηματοδοτούμενη από το κράτος περίθαλψη υγείας».

Όμως η κομητεία Τζέφερσον χρειάζεται τις επιπλέον θέσεις εργασίας που θα έφερνε η επέκταση των δικαιωμάτων ασφάλισης. Η ανεργία κυμαίνεται στο 18,4%.

Τι σχέση έχει η δουλεία με την περίθαλψη;

Το 1965, σε μια πολύ σημαντική χρονιά για τα ατομικά δικαιώματα στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση του Λίντον Τζόνσον επιχείρησε να εισάγει ένα ομοσπονδιακό πρόγραμμα περίθαλψης για τους ευάλωτους πληθυσμούς – που σε μεγάλα ποσοστά απαρτίζονταν από μαύρους πολίτες. Όμως ήταν οι πολιτικοί του Νότου που προέβαλαν τη μεγαλύτερη αντίσταση στα δικαιώματα των πολιτών, που εντέλει διαμόρφωσαν και τον σκελετό της ομοσπονδιακής πολιτικής υγείας. Για να καθησυχαστούν οι δικές τους αντιστάσεις, αποφασίστηκε η υγεία να εξαρτάται από πολιτειακά προγράμματα. Έκτοτε, η εικόνα παραμένει κατακερματισμένη.

Ακόμη κι έτσι, υποστηρίζει η Τζαμίλα Μισενέρ, μια εκ των διευθυντριών του Κέντρου Κορνέλ για την Ισότιμη Πρόσβαση στην Υγεία, στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, χρειάστηκαν διαρκείς πολιτικοί αγώνες για να διατηρηθεί ζωντανό το Medicaid. «Οι πολιτικοί συμβιβασμοί που προέκυψαν από αυτούς τους αγώνες, άνοιξαν το δρόμο για τις γεωγραφικές ανισότητες».

Η ομοσπονδιακή νομοθεσία ορίζει ότι οι πολιτείες θα πρέπει να καλύψουν συγκεκριμένες ομάδες ωφελούμενων με χαμηλά εισοδήματα, όπως οι οικογένειες, τα άτομα με αναπηρίες, οι ηλικιωμένοι, οι έγκυοι και τα παιδιά. Όμως η κάθε πολιτεία αποφασίζει αυτόνομα ποιος άλλος δικαιούται κάλυψης.

Το 2012, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ όρισε ότι η κάθε πολιτεία έχει δικαίωμα να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμόζει την επέκταση του δικαιώματος ασφάλισης που επιτρέπει το Obamacare. Το αποτέλεσμα ήταν σε ορισμένες πολιτείες να δημιουργηθεί ένα τεράστιο κενό: ορισμένοι άνθρωποι είναι πολύ φτωχοί για να συμπεριληφθούν στο Obamacare, αλλά όχι αρκετά φτωχοί ώστε να πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τις πολιτείες για να εισαχθούν στο Medicaid.

Δώδεκα από τις πενήντα πολιτείες της χώρας, οκτώ εκ των οποίων στο Νότο, έχουν αρνηθεί να διευρύνουν την ασφαλιστική κάλυψη.

Ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Λουιζιάνα,  Τζον Μπελ Έντουαρντς, επέλεξε να το κάνει. Οι ασφαλισμένοι ενήλικες στην πολιτεία του αυξήθηκαν έκτοτε κατά 40%.

Ασφάλεια στην πράξη

Ο Άλβιν Μπράουν από την πόλη Μάντισον θα πλήρωνε $9.000 για μια επίσκεψη στα έκτακτα περιστατικά, αν δεν είχε ενταχθεί στο Medicaid. Τον περασμένο Μάιο «ξαφνικά, αισθάνθηκα άσχημα», θυμάται. Πονούσε η πλάτη του, ενώ επώδυνη ήταν και η ούρηση. Την επόμενη μέρα πήγε στα επείγοντα και ενημερώθηκε ότι είχε πέτρα στα νεφρά. Ο γιατρός του έγραψε ένα φάρμακο.

Δυο μέρες μετά, εξακολουθούσε να μην αισθάνεται καλά. Τελικά χρειάστηκε να νοσηλευθεί σε νοσοκομείο, μια ώρα μακριά από τον τόπο κατοικίας του.

«Ήταν η πρώτη φορά που πήγα στο νοσοκομείο», λέει. Τελικά, υπέφερε από αφυδάτωση, η οποία έκανε τα νεφρά του να δυσλειτουργούν. «Ήταν τρομακτικό», περιγράφει στον Guardian ο 46χρονος πατέρας ενός 15χρονου παιδιού.

Δεν ήξερε ότι δικαιούνταν δημόσιας ασφάλισης μέχρι που ένας εργαζόμενος στο νοσοκομείο τον ρώτησε αν θα τον ενδιέφερε να ενταχθεί στο πρόγραμμα. Η κάλυψη του δημόσιου ταμείου αντιστοιχούσε τελικά σε $7.000 από το σύνολο των $9.000.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr