Η κατάσταση της ιρανικής οικονομίας τέσσερα χρόνια μετά την επιβολή βαρύτατων κυρώσεων, που ξεπερνούν κατά πολύ τις απειλές της Δύσης κατά της Ρωσίας, ίσως βοηθούν στην εξαγωγή ορισμένων χρήσιμων συμπερασμάτων

«Άμεσες και βαρύτατες» θα είναι οι κυρώσεις που θα επιβληθούν στη Ρωσία σε περίπτωση εισβολής στην Ουκρανία. Αυτή είναι η κυριότερη απειλή των ΗΠΑ και της Ευρώπης, με την οποία επιδιώκουν να αποτρέψουν τα πιθανά επεκτατικά σχέδια του Πούτιν. Όμως, θα αρκούσε στ’ αλήθεια μια τέτοια κίνηση για να δώσει τέλος στη ρωσική επιθετικότητα; Το Al Jazeera επιχειρεί να το κρίνει, βάσει της σημερινής κατάστασης μιας άλλης οικονομίας που υφίσταται εδώ και πολύ καιρό την τιμωρία των Αμερικανών: εκείνης του Ιράν.

Viber

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

  • Διαβάστε επίσης: «Ενας μεγάλος πόλεμος στην Ουκρανία θα επηρεάσει και τον μέσο Ελληνα»

Κυρώσεις επί κυρώσεων

Η κυβέρνηση Ομπάμα είχε επιβάλει κυρώσεις περίπου σε 655 ιρανικά νομικά και φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου για μια Νέα Αμερικανική Ασφάλεια (CNAS). Όμως η πιο βάναυση τιμωρία της χώρας ήρθε το 2018, όταν ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αποφάσισε τη μονομερή αποχώρησή της χώρας του από την πυρηνική συμφωνία του Ιράν με τις παγκόσμιες δυνάμεις και απέκοψε τις ιρανικές τράπεζες από το σύστημα διατραπεζικών πληρωμών SWIFT.

Ήταν μόνο η αρχή της εκστρατείας «μέγιστης πίεσης» της κυβέρνησης Τραμπ που είχε στόχο να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, μέσω της κατεστραμμένης οικονομίας της.

Το 2020, η Ουάσινγκτον έλαβε περαιτέρω μέτρα κατά των ιρανικών τραπεζών, ουσιαστικά αποκόπτοντας τον χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας από την παγκόσμια οικονομία. Την ίδια χρονιά, η Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης, το παγκόσμιο παρατηρητήριο του χρηματοπιστωτικού τομέα, έβαλε το Ιράν στη μαύρη λίστα του.

Και αυτά, παρατηρεί το Al Jazeera, ήταν μόνο τα πιο τρανταχτά παραδείγματα. Η κυβέρνηση Τραμπ έβαλε στο στόχαστρο την ιρανική οικονομία επιβάλλοντας περισσότερες από 960 κυρώσεις, σύμφωνα με το CNAS. Δεν άλλαξε τη στάση της ούτε μετά την κατάρρευση του συστήματος υγείας της χώρας υπό το βάρος των μεγαλύτερων πανδημικών κυμάτων σε όλη τη Μέση Ανατολή, αλλά ούτε και μετά τις αμέτρητες εκκλήσεις παγκοσμίων ηγετών που παρακαλούσαν τις ΗΠΑ να αφήσουν την Τεχεράνη να αναπνεύσει για λίγο για ανθρωπιστικούς λόγους.

Όλες αυτές οι κυρώσεις είναι ακόμη σε ισχύ, παρά την αλλαγή ηγεσίας.

Η σημερινή εικόνα

Αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει τομέας της ιρανικής οικονομίας που να μην υφίσταται τα τιμωρητικά μέτρα της Ουάσινγκτον, γεγονός που οδήγησε τη χώρα σε διετή ύφεση και εξακολουθεί να επηρεάζει κάθε πτυχή της καθημερινότητας των πολιτών της.

Ο ετήσιος πληθωρισμός έχει ξεπεράσει το 42%, σύμφωνα με την ιρανική στατιστική υπηρεσία. Το εθνικό νόμισμα, το ριάλ, έχει χάσει πάνω από τη μισή του αξία μέσα σε τρία μόλις χρόνια. Οι εξαγωγές πετρελαίου μειώθηκαν από τα περίπου 2,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 2017 σε λιγότερα από 0,4 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 2020, σύμφωνα με την Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας – αν και έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν ελαφρώς τους τελευταίους μήνες.

Απευθυνόμενος σε μια ομάδα επιχειρηματιών και βιομηχάνων την Κυριακή, ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης της χώρας, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, δήλωσε ότι τα στοιχεία της τελευταίας δεκαετίας και ιδίως εκείνα που αφορούν την οικονομική ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τις ξένες άμεσες επενδύσεις «δεν είναι ικανοποιητικά».

Όμως η οικονομία του Ιράν εξακολουθεί να μην έχει καταρρεύσει. Αντιθέτως, έχει αρχίσει να επιστρέφει σε αναπτυξιακή τροχιά στη διάρκεια του τελευταίου έτους, χάρη στο διασυνοριακό εμπόριο, την άρση των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας και τη ραγδαία αύξηση των τιμών του πετρελαίου.

Έχοντας αποδειχθεί πιο ανθεκτική και διαφοροποιημένη από τις προβλέψεις ορισμένων αναλυτών, η ιρανική οικονομία κατάφερε να σημειώσει ανάπτυξη της τάξης του 2,4% στη διάρκεια του 2020-21, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ προβλέπεται να αναπτυχθεί κατά 3,1% κατά το 2021-22.

«Αντιστασιακή οικονομία»

Η κυβέρνηση του προέδρου Εμπραχίμ Ραϊσί, όμως, έχει θέσει έναν πολύ πιο φιλόδοξο στόχο. Θέλει η ανάπτυξη να φτάσει το 8%.

Ο συντηρητικός πρόεδρος σκοπεύει να τον επιτύχει μέσω του δόγματος της «αντιστασιακής οικονομίας», η οποία στηρίζεται κυρίως στην ενίσχυση της αυτάρκειας και την εμβάθυνση των οικονομικών δεσμών με ισχυρούς γείτονες όπως η Κίνα και η Ρωσία.

Όμως ακόμη κι αν αυτή η πολιτική – που περιλαμβάνει την «αναίρεση» των κυρώσεων στην πράξη, παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις στη Βιέννη για την άρση τους – έχει επαναφέρει την οικονομία σε κάποιο βαθμό ανάπτυξης, οι προκλήσεις παραμένουν.

«Σε περίπτωση που διατηρηθούν οι τραπεζικές κυρώσεις και το Ιράν παραμείνει στη μαύρη λίστα του FATF, οι δυνατότητες της χώρας για διεθνές εμπόριο θα περιοριστούν», παρατηρεί μιλώντας στο Al Jazeera ο Μπιτζάν Χατζεχπούρ της Eurasian Nexus Patners (EUNEPA).

Εξηγεί ότι αν οι τραπεζικοί περιορισμοί διατηρηθούν, το κόστος των οικονομικών συναλλαγών θα παραμείνει υψηλό, καθιστώντας ακριβότερες τις εισαγωγές και τις εξαγωγές. Ταυτόχρονα θα περιορίσει τους τύπους αγορών και εταιρειών με τις οποίες θα μπορεί να πραγματοποιήσει συναλλαγές το Ιράν.

«Επομένως, η ιρανική οικονομία δεν θα ακμάσει, παρά το γεγονός ότι ίσως μπορέσει να επιτύχει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης», παρατηρεί.

Ωστόσο, για να διατηρήσει ακόμη κι αυτή την ανάπτυξη, το Ιράν έχει ανάγκη από μεγάλες επενδύσεις τις υποδομές, τις οποίες ο Χατζεχπούρ εκτιμά ότι δεν μπορεί να πραγματοποιήσει χωρίς την άρση των κυρώσεων.

Η πρόταση προϋπολογισμού του Ραϊσί για το επόμενο ιρανικό ημερολογιακό έτος που ξεκινά στα τέλη Μαρτίου, ο οποίος λαμβάνει ως δεδομένη τη διατήρηση των κυρώσεων, προβλέπει αύξηση των εσόδων από το πετρέλαιο και 60% αύξηση των φορολογικών εσόδων, μεταξύ άλλων και μέσω της πάταξης της φοροδιαφυγής.

Ακόμη κι έτσι, όμως, ο προϋπολογισμός αναμένεται εντόνως ελλειμματικός – πράγμα που χαρακτήριζε την οικονομία της χώρας ακόμη και πριν από τις αμερικανικές κυρώσεις.

Κίνα και Ρωσία

Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από το πετρέλαιο που προβλέπει ο προϋπολογισμός αναμένεται να έρθουν από την Κίνα, που παραμένει ο μεγαλύτερος αγοραστής του Ιράν.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ακριβή στοιχεία αποστολών, καθώς οι εξαγωγές που πραγματοποιούνται μετά την επιβολή των κυρώσεων αποκρύπτονται και το πετρέλαιο εμφανίζεται ως προερχόμενο από χώρες όπως η Μαλαισία, το Ομάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Ωστόσο, στα μέσα Ιανουαρίου η Κίνα ανακοίνωσε επισήμως για πρώτη φορά μετά τον Δεκέμβριο του 2020 ότι θα εισάγει ιρανικό πετρέλαιο, αμφισβητώντας ανοιχτά τις αμερικανικές κυρώσες.

Και η αγορά συνεχίζει να μεταβάλλεται προς όφελος του Ιράν. Την περασμένη εβδομάδα, οι τιμές του πετρελαίου έφτασαν στα υψηλότερα μεγέθη τους εδώ και πάνω από επτά χρόνια, χάρη στις περιορισμένες προμήθειες και τους φόβους κλιμάκωσης των εντάσεων μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης για την Ουκρανία.

Τα νέα έφτασαν περίπου ταυτόχρονα με την ανακοίνωση από την κυβέρνηση του Ραϊσί ότι οι εξαγωγές πετρελαίου είχαν αυξηθεί κατά 40% σε σχέση με τον τελευταίο μήνα διακυβέρνησης του Χασάν Ρουχανί, πέρσι τον Αύγουστο.

Εξελίξεις του Ιανουαρίου

Ο Ιανουάριος αποδείχθηκε επίσης σημαντικός για τις προσπάθειες του Ιράν να ενισχύσει τις πολιτικές και οικονομικές διμερείς σχέσεις της με την Κίνα και τη Ρωσία.

Ο ΥΠΕΞ του Ιράν, Χοσεΐν Αμίρ Αμπντολαχιάν δήλωσε στη διάρκεια επίσκεψής του στη Τζιανγκσού της Κίνας ότι η 25ετής συμφωνία συνεργασίας που υπέγραψαν οι δυο χώρες το 2020 έχει μπει στη φάση της εφαρμογής της, χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.

Ταυτόχρονα, ο Ραϊσί συναντήθηκε με το ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν στο Κρεμλίνο, όπου οι δυο ηγέτες συμφώνησαν για την ανάγκη ισχυρότερων δεσμών και οι αξιωματούχοι τους υπέγραψαν μια σειρά από συμφωνίες που σύμφωνα με την ιρανική πλευρά θα φέρουν απτά αποτελέσματα στο άμεσο μέλλον.

«Υπεραισιόδοξο»

Οι θερμότερες σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία, ωστόσο, δεν μπορούν να αντισταθμίσουν πλήρως την πίεση των αμερικανικών κυρώσεων, εκτιμά μιλώντας στο Al Jazeera ο αναλυτής Χαμιντρεζά Σοκουχί.

«Υπάρχουν αντιπαλότητες μεταξύ της Ρωσίας και των ΗΠΑ – όπως βλέπουμε και τώρα με την Ουκρανία – και της Κίνας και των ΗΠΑ, και όπως είναι φυσικό έχουν επιπτώσεις, όμως θα ήταν υπεραισιόδοξο το Ιράν να στηριχτεί στη δυνατότητα αυτών των χωρών να εξουδετερώσουν τις κυρώσεις», σημειώνει. «Όσο το Ιράν αυξάνει την εξάρτησή του από αυτές τις χώρες, πράγμα που ήδη συμβαίνει σε κάποιο βαθμό, είναι φυσικό ότι αυξάνει και τη δυνατότητά τους να ασκούν εξουσία στο εσωτερικό του, και αυτό δεν είναι καθόλου καλό για το Ιράν».

Στον ενεργειακό τομέα, ο Σοκουχί πιστεύει ότι προς το παρόν το Ιράν μπορεί να στηριχτεί στην Κίνα για περιορισμένες πωλήσεις πετρελαίου, και στη Ρωσία κυρίως για την πιθανή ανάπτυξη ενεργειακών προγραμμάτων ή την επένδυση σε ήδη υπάρχοντα – η οποία ωστόσο επίσης ενδέχεται να περιοριστεί από τις κυρώσεις.

Την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός οικονομίας του Ιράν, Εχράν Χαντουζί, ανακοίνωσε ότι η Ρωσία συμφώνησε να εγκρίνει νέα πιστωτική γραμμή για την ανάπτυξη του εργοστασίου ενέργειας Sirik στη Χορμοζγκάν ως αποτέλεσμα του ταξιδιού του Ραϊσί, όμως δεν αποκάλυψε λεπτομέρειες.

Οι πρώτες συμφωνίες για την ανάπτυξη εργοστασίου υπογράφηκαν μετά την αρχική επίτευξη της πυρηνικής συμφωνίας με τις χώρες της Δύσης το 2015, όμως το εργοστάσιο τελικά παρέμεινε ημιτελές, όπως και πολλά ακόμη αντίστοιχα ενεργειακά προγράμματα που είχαν αναλάβει στη χώρα η Κίνα και η Ρωσία.

Γείτονες και διαπραγματεύσεις στη Βιέννη

Σύμφωνα με τον Χατζεχπούρ, το εμπόριο με τους γείτονες του Ιράν μπορεί να συνεχίσει να συμβάλλει στην οικονομική του ανάπτυξη – έχει όμως συγκεκριμένα όρια. Για παράδειγμα, μερικές φορές το εμπόριο μπορεί να περιλαμβάνει συμφωνίες αντιπραγματισμού που περιορίζουν τις δυνατότητες των ιρανικών εταιρειών.

«Παρόλα αυτά, η εμπειρία έχει δείξει ότι οι εταιρείες που εντάσσονται σε αγορές εξαγωγών, ακόμη κι αν αυτές είναι περιφερειακές, είναι πιθανό στη συνέχεια να αναπτύξουν και άλλες διεθνείς αγορές», παρατηρεί.

«Επομένως, μπορεί κανείς να δει το αυξανόμενο περιφερειακό εμπόριο ως μια μεσοπρόθεσμη πλατφόρμα ενίσχυσης των εξαγωγών του Ιράν σε διεθνείς αγορές».

Ωστόσο, τόσο ο Χατζεχπούρ όσο και ο Σοκουχί τονίζουν μιλώντας στο Al Jazeera ότι το Ιράν έχει ανάγκη την επιτυχία των διαπραγματεύσεων της Βιέννης για να «ξεκλειδώσει» τις δυνατότητές του για οικονομική ανάπτυξη.

«Φαίνεται ότι οι πολίτες και η επιχειρηματική κοινότητα του Ιράν είναι πρόθυμοι να φτάσουν σε μια συμφωνία για την πυρηνική συμφωνία, προκειμένου η οικονομία τους να έχει ελπίδες», λέει ο Σοκουχί. «Αν δεν υπάρξει συμφωνία, δεν μπορώ να δω ευχάριστες προοπτικές για την οικονομία υπό αυτές τις σκληρές συνθήκες».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr
Οι οικονομικές επιπτώσεις από την πανδημία COVID-19 στη Κρήτη