Σε πείσμα των αρχικών εκτιμήσεων, αυτό που περιγράφηκε ως «παγκοσμιοποίηση» μάλλον δεν ήρθε ακόμη

Στα πρώτα μεταψυχροπολεμικά χρόνια μια έννοια κυριαρχούσε, αποτελώντας ταυτόχρονα αναλυτικό εργαλείο αλλά και «σύνθημα» (στη χώρα μας και υποχρεωτική ενότητα στο μάθημα της Έκθεσης – Έκφρασης): η παγκοσμιοποίηση. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η διάλυση του «σοσιαλιστικού μπλοκ», η διεκδίκηση από την Κίνα να ενταχθεί πλήρως στις διαδικασίες καπιταλιστικής διεθνοποίησης, η διαρκής αύξηση του μεγέθους των πολυεθνικών επιχειρήσεων, όλα φαίνονταν να κατατείνουν στη διαμόρφωση ενός κόσμου πολύ πιο ενοποιημένου και αλληλεξαρτημένου παρά ποτέ. Από τη θεωρία η έννοια περνούσε στην πολιτική και γινόταν ένα είδος πολεμικής κραυγής απέναντι σε όποιον θεωρούσε ότι μπορούσε να υπάρξει μια εναλλακτική.

Viber

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι για ένα σημαντικό διάστημα και με κορύφωση  τις κινητοποιήσεις ενάντια στη σύνοδο του ΠΟΕ στο Σηάτλ των ΗΠΑ το 1999 και των G7 στη Γένοβα το 2001, ο μεγάλος αντίπαλος των κινημάτων ήταν ακριβώς η παγκοσμιοποίηση, εξ ου και η σχεδόν ξεχασμένη σήμερα έννοια του «αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος» (και της διάκρισης στο εσωτερικό του ανάμεσα στο antiglobal και το alterglobal) που επί της ουσίας αποτύπωνε και την αυξανόμενη αντίθεση σε έναν νεοφιλελευθερισμό που αισθανόταν παντοδύναμος λίγο πριν δείξει τα δομικά του όρια το 2008.

Τέλος της παγκοσμιοποίησης;

Σήμερα, το μοτίβο περί του «τέλους της παγκοσμιοποίησης» δείχνει να κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα, σε μια συγκυρία όπου η Δύση δείχνει σχεδόν να επιδιώκει μια νέα διαίρεση του κόσμου που δεν περιορίζεται μόνο στην πολιτική αντιπαλότητα προς τα «αυταρχικά καθεστώτα» αλλά και στην προσπάθεια αποκοπής τους από τις διεθνοποιημένες οικονομικές πρακτικές που είχαν ορίζει ιστορικά αυτό που περιγράφεται ως παγκοσμιοποίηση. Την ίδια ώρα όχι μόνο η Ρωσία αλλά και η Κίνα και ως έναν τουλάχιστον βαθμό χώρες όπως η Ινδία προετοιμάζονται για ένα διεθνές οικονομικό τοπίο που θα είναι κατακερματισμένο σε παράλληλα δίκτυα συναλλαγών και ροών επενδύσεων. Βεβαίως, από τις συνεχιζόμενες ροές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου προς τη Δύση έως τη διαπίστωση ότι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί όπως η Apple αυξάνουν τις παραγγελίες από κινεζικά εργοστάσια, πολλά δείχνουν ότι ο πραγματικός βαθμός αλληλεξάρτησης παραμένει μεγαλύτερος.

Οι ιστορικοί της οικονομίας γνωρίζουν ότι η περίοδος πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν επίσης περίοδος μεγάλης «παγκοσμιοποίησης» της οικονομίας, σε βαθμό που ο Καρλ Κάουτσκι θα μιλήσει για «υπεριμπεριαλισμό» θέλοντας να περιγράψει την τάση ενοποίησης που θεωρούσε ότι ήταν ενεργή μέσα στο παγκόσμιο σύστημα, περιγραφή που εκ των πραγμάτων υποτιμούσε τα βαθιά ρήγματα που οδήγησαν σε μια πολεμική αναμέτρηση χωρίς προηγούμενο μέχρι τότε, γεγονός που υπογράμμισε ότι καθεαυτή η αύξηση των διεθνών οικονομικών συναλλαγών δεν σημαίνει ούτε οικονομική ούτε, πολύ περισσότερο και πολιτική ολοκλήρωση και χώρες με αυξημένες διμερείς συναλλαγές, εύκολα μπορούν να οδηγηθούν σε πολεμική σύγκρουση.

Το παράδοξο είναι ότι ενώ ήδη από τη δεκαετία του 2000 είχε καταφανεί ότι με τους αυστηρούς θεωρητικούς όρους ενός ενοποιημένου πολιτικού και οικονομικού συστήματος σε παγκόσμια κλίμακα, συμπεριλαμβανομένης και της διαμόρφωσης μιας κοινής παγκόσμιας ελίτ και πολιτικών μορφών που να υπερβαίνουν τα εθνικά κράτη, παγκοσμιοποίηση δεν υπάρχει, εντούτοις η έννοια παρέμεινε μια βολική «μεταφορά» για τον κόσμο, η οποία όπως όλα τα ιδεολογικά σχήματα ταυτόχρονα καταδείκνυε την διεθνή αλληλεξάρτηση και συγκάλυπτε τους πραγματικούς ανταγωνισμούς που διαιρούν το διεθνές σύστημα και εξηγούν την επιβίωση της μορφής του έθνους-κράτους. Άλλωστε, ακόμη και η πιο προχωρημένη εκδοχή υπερεθνικής ολοκλήρωσης, με στοιχεία μερικής αναίρεσης πλευρών της επιμέρους εθνικής κυριαρχίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση, είδε και το πλήγμα του Brexit και τη δυσκολία πολιτικής ενοποίησης ακόμη και στο επίπεδο ενός Ταμείου Ανάκαμψης.

Παρότι μετέπειτα συχνά υπονομευμένη από ένα καταστροφολογικό οικονομισμό που επιδίωκε να καταδείξει την βέβαιη κατάρρευση του «παγκόσμιου καπιταλισμού», ή το «στένεμα» στην απλή επιθετικότητα και επεκτατικότητα, η έννοια του ιμπεριαλισμού, όπως αναδύθηκε στη μαρξιστική παράδοση, δοκίμασε μια διαφορετική προσέγγιση. Ήδη από τον Μπουχάριν και τον Λένιν, ενείχε την «επιστημολογική τομή» να προσπαθεί να ενοποιήσει την προσέγγιση της πολιτικής οικονομίας και αυτή της διεθνούς πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι η διεθνής συμπεριφορά των κρατών καθορίζεται από την εσωτερική οικονομική και κοινωνική συγκρότησή τους, τις δυναμικές της συσσώρευσης και του κοινωνικού ανταγωνισμού, δίνοντας τουλάχιστο την προοπτική μιας θεωρίας του ιμπεριαλισμού ως σύνθετης και άνισης σχέσης ανάμεσα σε οικονομία, πολιτική και ηγεμονία και εντός κρατών και εντός του διεθνούς συστήματος. Σε έναν κόσμο βαθιών αντιθέσεων, ανοιχτών αντιφάσεων, οξυμμένων συγκρούσεων και ολοένα και αυξανόμενων κινδύνων ίσως αυτό να είναι ένα θεωρητικό νήμα που θα μπορούσε να βοηθήσει την προσπάθεια να ενοποιήσουμε θεωρητικά τις ψηφίδες ενός κόσμου που αλλάζει κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μας.

Πολυπολικός κόσμος;

Το ερώτημα γύρω από το εάν μεταβαίνουμε σε έναν πολυπολικό κόσμο επανέρχεται συχνά το τελευταίο διάστημα, έστω και εάν ο κόσμος δείχνει να είναι αρκετά πιο περίπλοκος από μια «σύγκρουση στρατοπέδων» ανάμεσα στη «Δύση» και μια δυνητική «ευρασιατική ολοκλήρωση». Άλλωστε, σε πείσμα της προσπάθειας να φανεί μια διαφορά «κοσμοειδώλων», αναπόδραστος κοινός παρανομαστής παραμένει ο καταναγκασμός της αγοράς. Η ουσιώδης συνθήκη μιας πραγματικής «πολυπολικότητας», ήτοι η αντιπαράθεση διαφορετικών μορφών κοινωνικής παραγωγής (και αναπαραγωγής) προς το παρόν απουσιάζει.

Το «μυστικό» πίσω από την ευθυγράμμιση των πυραμίδων