«Όταν τους συμβούλεψα να μετακομίσουν στο θέατρο, ως τόπο εκκένωσης και, το επόμενο πρωί, έμαθα ότι αυτό το μέρος βομβαρδίστηκε… κόντεψα να τρελαθώ, να τρελαθώ! Γιατί στην πραγματικότητα, τους έστειλα κάτω από τις βόμβες»…

Όταν ο Serhii ξύπνησε με τις ειδήσεις ότι μια βόμβα είχε ισοπεδώσει το Θέατρο της Μαριούπολης, όπου εκατοντάδες άνθρωποι είχαν βρει καταφύγιο, δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Η γυναίκα του και οι δύο κόρες τους ήταν μέσα.

Viber

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Μια μέρα πριν από την επίθεση, ο 56χρονος εκδότης, που ζει στο Κίεβο, έλαβε μια κλήση από την 30χρονη πανικόβλητη κόρη του. Δεν είχε νέα της από την 1η Μαρτίου, όταν οι ρωσικές δυνάμεις ενέτειναν την πολιορκία της Μαριούπολης, της στρατηγικής πόλης-λιμάνι, εκτοξεύοντας ένα ανελέητο μπαράζ ρουκετών και βομβών από ξηρά, ουρανό και θάλασσα.

Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και ίντερντ, η Μαριούπολη αποκόπηκε σε μεγάλο βαθμό από τον έξω κόσμο. Ο Serhii, ο οποίος ζήτησε να χρησιμοποιηθεί μόνο το μικρό του όνομα για λόγους ασφαλείας, περίμενε απεγνωσμένα οποιαδήποτε ενημέρωση από τα κορίτσια του. Ελλείψει επικοινωνίας με την οικογένειά του, δεν είχε άλλη επιλογή από το να βασιστεί στη ζοφερή εικόνα ζωής και θανάτου, που μεταδίδουν οι αξιωματούχοι της Μαριούπολης:

Οι κάτοικοι ζούσαν σε «μεσαιωνικές συνθήκες», αναγκάζονταν να λιώνουν το χιόνι για να έχουν νερό και να μαγειρεύουν φαγητό έξω, σε ανοιχτές εστίες. Μη στρατιωτικοί στόχοι, μεταξύ των οποίων πολυκατοικίες, το μαιευτήριο και το κεντρικό διοικητικό κτίριο, έγιναν ερείπια. Οι εκεχειρίες αγνοήθηκαν και οι ανθρωπιστικοί διάδρομοι αποκλείστηκαν.

Ήταν μια κατάσταση, που θα ήταν αδιανόητη πριν από λίγες εβδομάδες στην πολυσύχναστη βιομηχανική πόλη, που κάποτε ήταν γνωστή για τα παραθαλάσσια θέρετρα και το μεγάλο εργοστάσιο χάλυβα, και τώρα έγινε το σκηνικό σκληρών μαχών μεταξύ των ρωσικών και των ουκρανικών δυνάμεων.

Ο Serhii ανησυχούσε για την 56χρονη σύζυγό του και τις κόρες του – ειδικά τη μεγαλύτερη, 36 ετών, που ζει με αναπηρία και χρειάζεται καθημερινή φαρμακευτική αγωγή. Αλλά η ανακούφισή του, όταν τις άκουσε τελικά, αντικαταστάθηκε γρήγορα από έναν φόβο που του «ροκάνιζε» το μυαλό και την καρδιά.

Σε μια βιαστική συνομιλία, η μικρότερη κόρη του, του είπε ότι μπόρεσε να φορτίσει το τηλέφωνό της σε μια γεννήτρια ντίζελ, αλλά ότι είχε μόνο λίγο χρόνο για να μιλήσει. Εξήγησε ότι το διαμέρισμά τους είχε καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς και δεν ήταν σίγουρη πού θα ήταν ασφαλείς. Της είπε να πάνε στο Θέατρο, στο κέντρο της πόλης, όπου οι υπάλληλοι οργάνωναν λεωφορεία για να απομακρύνουν τους κατοίκους.

«Κόντεψα να τρελαθώ»

«Όταν τους συμβούλεψα να μετακομίσουν στο θέατρο, ως τόπο εκκένωσης και, το επόμενο πρωί, έμαθα ότι αυτό το μέρος βομβαρδίστηκε… κόντεψα να τρελαθώ, να τρελαθώ», είπε ο Serhii στο CNN, σε τηλεφωνική επικοινωνία από το Κίεβο. «Επειδή στην πραγματικότητα, τους έστειλα κάτω από τις βόμβες».

Ο βομβαρδισμός της 16ης Μαρτίου στο θέατρο της Μαριούπολης, όπου ουκρανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι περίπου 1.300 άνθρωποι είχαν αναζητήσει καταφύγιο, ήταν από τις πιο θρασείες επιθέσεις της Ρωσίας κατά αμάχων, από τότε που ξεκίνησε η εισβολή της στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου.

Ζωγραφισμένη στο έδαφος, έξω από το κτίριο – με γιγάντια κυριλλικά γράμματα – ήταν η λέξη «ΠΑΙΔΙΑ». Το μήνυμα – αρκετά μεγάλο για να φαίνεται από τον ουρανό – γράφτηκε κοντά σε μια δημόσια πλατεία που, πριν από τον πόλεμο, γέμιζε το καλοκαίρι με παιδιά να παίζουν σε ένα γυμναστήριο-«ζούγκλα» και να τρέχουν ανάμεσα στα σιντριβάνια.

Η Ρωσία αρνήθηκε ότι οι δυνάμεις της έπληξαν το θέατρο, υποστηρίζοντας αντ’ αυτού ότι το τάγμα Αζόφ, αυτό που αποκαλούν ως την κύρια παρουσία του ουκρανικού στρατού στη Μαριούπολη, ανατίναξε το κτίριο.

Μετά από 24 ώρες σχεδόν υστερίας, στη διάρκεια των οποίων αναρωτιόταν αν η οικογένειά του ήταν ακόμα ζωντανή, το τηλέφωνο του Serhii χτύπησε. Η κόρη του είπε ότι είχε φύγει από το θέατρο για να ελέγξει έναν ηλικιωμένο συγγενή, λίγο πριν πέσει η βόμβα. Γύρισε βιαστικά για να βρει το κτίριο κομμένο στη μέση, με το κεντρικό αμφιθέατρο των 600 έως 800 θέσεων εντελώς ισοπεδωμένο και ανθρώπους βουτηγμένους στο αίμα να βγαίνουν από τα ερείπια.

Ανάμεσά τους ήταν η αδερφή της, η οποία είχε κρυφτεί σε ένα τμήμα του θεάτρου που δεν κατέρρευσε, αλλά και η μητέρα τους, η οποία ανασύρθηκε από το καταφύγιο μαζί με άλλους επιζώντες. Οι τρεις γυναίκες, που δεν κουβαλούσαν τίποτε άλλο εκτός από ένα σακίδιο με τα απαραίτητα έγγραφά τους, κατάφεραν να μπουν μαζί με άλλους έξι σε ένα μικρό αυτοκίνητο, πληρώνοντας στον οδηγό όλα τα χρήματα που είχαν – 2.000 εθνικά νομίσματα, που ισοδυναμούν με περίπου 68 δολάρια.

Είπε ότι βγήκαν σε ένα σημείο ελέγχου γεμάτο από Ρώσους στρατιώτες και περπάτησαν περίπου 12 μίλια παρακάτω, μέχρι το Μελεκίνο, όπου οι γείτονές τους έχουν μια ντάτσα (σ.σ. εξοχική κατοικία).

«Σαν το λιμό του ’30»

Το μικρό χωριό στην Αζοφική Θάλασσα ξεχειλίζει από εκτοπισμένους που έχουν φύγει από τη Μαριούπολη, του είπε η κόρη του, προσθέτοντας ότι δεν έχουν μείνει τρόφιμα ή καύσιμα.

«Στο Μελεκίνο επικρατεί πραγματικός λιμός, ένα «holodomor». Οι άνθρωποι στα χωριά δεν έχουν προμήθειες, όλα τα καταστήματα είναι κλειστά», ανέφερε ο Serhii, μιλώντας για τον λιμό που έπληξε τη Σοβιετική Δημοκρατία της Ουκρανίας στις αρχές της δεκαετίας του 1930, σκοτώνοντας εκατομμύρια. Ο όρος «holodomor» προέρχεται από τις ουκρανικές λέξεις «πείνα» (holod) και «εξόντωση» (mor).

Ανίκανος να ταξιδέψει ο ίδιος, ο Serhii ψάχνει τώρα μανιωδώς για έναν οδηγό που θα κάνει το επικίνδυνο ταξίδι για να πάρει τη γυναίκα και τις κόρες του από τη ντάτσα όπου κατασκηνώνουν. Αλλά δεν είχε τύχη ακόμα, καθώς πρόκειται για μια τρομακτική πρόταση: οποιοσδήποτε εθελοντής, θα διέτρεχε τον κίνδυνο να πέσει σε διασταυρούμενα πυρά ή να αιχμαλωτιστεί από τους Ρώσους.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr
Τα Ερωτικά του 1821, μαζί με τα «Νέα Σαββατοκύριακο»