Ο αναπληρωτής διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Βασίλης Καραστάθης, με αφορμή την επέτειο από τον φονικό σεισμό της 24ης Φεβρουαρίου του 1981 στις Αλκυονίδες που συντάραξε την Αττική, ξεναγεί «ΤΑ ΝΕΑ» στους χώρους όπου καταγράφονται από το 1893 οι σεισμικές δονήσεις

Τις πύλες του άνοιξε το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο για να ξεναγήσει «ΤΑ ΝΕΑ» στους χώρους όπου καταγράφονται από το 1893 οι σεισμικές δονήσεις που διακόπτουν κάθε τόσο την κανονικότητα για να μας υπενθυμίσουν το μεγαλείο της φύσης, ενώπιον του οποίου ο άνθρωπος οφείλει να υποκλίνεται με σεβασμό. Σε ρόλο ξεναγού ο αναπληρωτής διευθυντής του Γεωδυναμικού Βασίλης Καραστάθης, ο οποίος είχε πραγματοποιήσει την πρώτη του βάρδια, στο κτίριο που στέκει αγέρωχο στον λόφο των Νυμφών στο Θησείο, στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, ανήμερα τον σεισμό της Πάρνηθας.

Viber

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Αφορμή για τη συνάντησή μας, η 41η επέτειος από τον άλλο μεγάλο σεισμό που είχε ταρακουνήσει συθέμελα την Αθήνα: η ισχυρή δόνηση των 6,7 ρίχτερ που σημειώθηκε στις 22.59, την κρύα νύχτα της 24ης Φεβρουαρίου του 1981, με επίκεντρο τις Αλκυονίδες στον Κορινθιακό, είχε βγάλει στους δρόμους χιλιάδες κατοίκους του λεκανοπεδίου της Αττικής, οι οποίοι, στην πλειονότητά τους, παρακολουθούσαν ανυποψίαστοι το 12ο επεισόδιο της δημοφιλούς δραματικής σειράς της ΕΡΤ «Το φως του αυγερινού».

Η σεισμική ακολουθία των τριών κύριων σεισμών που άφησε πίσω της 20 νεκρούς, 500 τραυματίες και χιλιάδες κατεστραμμένα κτίρια σε Κόρινθο, Λουτράκι, Περαχώρα, Αγίους Θεοδώρους, Κινέτα, Θήβα, Πλαταιές, Καπαρέλλι, Μέγαρα, Ελευσίνα, Ασπρόπυργο και Μάνδρα τρομοκράτησε τους κατοίκους της πρωτεύουσας που δεν είχαν ζήσει έως τότε ξανά κάτι παρόμοιο, οπότε δεν γνώριζαν και πώς να το διαχειριστούν.

Αντισεισμική προστασία

Ο Βασίλης Καραστάθης, ενώ μας ξεναγεί στους χώρους, θυμάται εκείνη τη νύχτα που στάθηκε ορόσημο τόσο για τον ίδιο, που από σεβασμό προς το φυσικό φαινόμενο θέλησε να σπουδάσει Σεισμολογία, όσο και για την Ελλάδα, που ανέπτυξε κουλτούρα αντισεισμικής προστασίας. «Το 1981, η κατάσταση του σεισμολογικού δικτύου και του Ινστιτούτου ήταν τελείως διαφορετική. Δεν υπήρχαν οι εκατοντάδες σταθμοί που έχουμε σήμερα σε όλο τον ελληνικό χώρο. Υπήρχαν συνολικά δώδεκα σταθμοί, αν υποθέσουμε ότι ήταν όλοι σε λειτουργία.

Οπως και η ακρίβεια στον προσδιορισμό των παραμέτρων του σεισμού – το μέγεθος, το βάθος, το επίκεντρο – ήταν τελείως διαφορετική. Δηλαδή, δεν ήμασταν σε θέση να μιλάμε με τη σημερινή ακρίβεια για το πού ήταν ακριβώς το επίκεντρο του σεισμού του 1981», εξηγεί ο σεισμολόγος από το υπόγειο του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, μερικά εκατοστά δίπλα από τα ιστορικά «ντραμς» που κατέγραψαν τα 6,7 ρίχτερ του 1981.

«Εχει, όμως, αξία η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής», σημειώνει και περιγράφει: «Θυμάμαι που όλος ο κόσμος ήταν σε αυτοκίνητα έξω από τα σπίτια του και περίμενε. Θυμάμαι ότι και ο δικός μου πατέρας είχε αποφασίσει το ίδιο και είχαμε βγει σε κάποιο ξέφωτο. Η αλήθεια είναι ότι το 1981 ήταν πολύ μακριά από τον τελευταίο σεισμό που είχε ταρακουνήσει την Αθήνα, το 1938. Οι Αθηναίοι δεν είχαν εμπειρία να διαχειριστούν ένα τέτοιο συμβάν. Ο καθένας ενεργούσε κατά το δοκούν. Ηταν μια κατάσταση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», χωρίς πρόγραμμα.

Tα τηλέφωνα είχαν φοβερά προβλήματα και υπήρχαν διακοπές ρεύματος. Ο κόσμος ήταν εντελώς απροετοίμαστος. Δεν ήξερε τι είναι μέγεθος σεισμού, τι είναι επίκεντρο, δεν ήξερε τίποτα. Το μόνο που ήξερε είναι ότι το σπιτάκι του, που είχε βάλει την οικογένεια και τα όνειρά του, ήταν φύλλο στον άνεμο. Και υπήρχε μια παραπληροφόρηση από τον έναν στον άλλον. Θυμάμαι, έβγαινε στην τηλεόραση ο Δρακόπουλος, ο δάσκαλος της Σεισμολογίας, μαζί με τον Βασίλη Παπαζάχο, τον άλλον πατριάρχη των σεισμολόγων, και καθήλωναν τον κόσμο. Κρέμονταν όλοι από τα χείλη τους γιατί δεν υπήρχε η ενημέρωση που υπάρχει σήμερα».

Νέες τεχνολογίες

Ανάλογος του μεγέθους της καταστροφής που προκάλεσε ο σεισμός του 1981 ήταν και ο πλούτος των διδαγμάτων που πήρε η ελληνική πολιτεία ύστερα από τη συγκεκριμένη αρνητική εμπειρία. Οπως σημειώνει ο καθηγητής, «η Ελλάδα είναι πλέον μία από τις καλύτερα ενημερωμένες χώρες στο θέμα του σεισμού και των μέτρων προστασίας. Αυτό δεν έγινε τυχαία.

Το συμβάν του 1981 συνέβαλε δραστικά στο να μάθει τους πολίτες να χτίζουν τα σπίτια τους σεβόμενοι τους αντισεισμικούς κανόνες. Και αυτό ήταν φοβερά ουσιαστικό στον επόμενο μεγάλο σεισμό, του 1999. Το 1981 είχαμε πολύ μεγάλες βλάβες, είχαν ξεπεράσει τις 20.000 τα «κόκκινα» κτίρια και τις 50.000 τα κτίρια με βλάβη. Γενικώς, φάνηκε πως τα παθήματα έγιναν μαθήματα. Και ως σεισμολόγος νιώθω δικαιωμένος για το ότι η Ελλάδα δεν θρηνεί εκατόμβες νεκρών σε κάθε σεισμό. Εννοείται, ένας σεισμός μπορεί να ξεπεράσει την όποια δική σου προετοιμασία, αλλά θεωρώ ότι είμαστε σε καλό επίπεδο και μπορούμε να πάμε σε ακόμα καλύτερο αν ενσωματώσουμε τις νέες τεχνολογίες στην ελληνική πραγματικότητα της αντισεισμικής προστασίας».

Οσον αφορά την προσωπική του μαρτυρία από εκείνη τη νύχτα, θυμάται: «Τότε ήμουν στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι το συναίσθημα, που ένιωσα και το 1999, να χάνεται ξαφνικά η γη κάτω από τα πόδια σου. Πάντα υπήρχε μέσα μου το ενδιαφέρον για τον σεισμό λόγω καταγωγής (Αταλάντη).

Οι περισσότεροι σεισμολόγοι καταγόμαστε από περιοχές σεισμογενείς. Κάθε καλοκαίρι πήγαινα σε ένα μέρος που ήξερα ότι είναι χτισμένο σε ένα νέο μέρος λόγω ολικής καταστροφής. Υπήρχαν μνήμες που είχαν μεταφερθεί από τον σεισμό του 1894 από γενιά σε γενιά. Βλέπαμε τα χαλάσματα. Αυτό σε συνδυασμό με τα σεισμικά συμβάντα που έχω βιώσει μου δημιούργησαν έναν σεβασμό προς το αντικείμενο και με οδήγησαν τελικά στο να ασχοληθώ με τη Σεισμολογία».

Η αχίλλειος πτέρνα σε περίπτωση μεγάλου σεισμού

Τέσσερις δεκαετίες μετά, είναι η Ελλάδα, και συγκεκριμένα η πρωτεύουσα, θωρακισμένη σε περίπτωση μεγάλου σεισμού; Χωρίς περιστροφές, ο καθηγητής απαντά υποδεικνύοντας ταυτόχρονα την αχίλλειο πτέρνα του συστήματος. «Εχει πολύ μεγάλη σημασία το πού θα γίνει ένας τέτοιος σεισμός. Δηλαδή, υπάρχουν πάρα πολλά κτίρια στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας τα οποία έχουν χτιστεί με πολύ παλιούς αντισεισμικούς κανονισμούς ή χωρίς αντισεισμικούς κανονισμούς. Οταν τα κτίρια είναι ευάλωτα και το επίκεντρο είναι κοντά, ενδεχομένως να έχουμε θέματα.

Το καλό είναι ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος της Αθήνας είναι χτισμένο με σύγχρονα κτίρια, σε αρκετά καλά εδάφη, και ότι όλος ο χώρος του Κορινθιακού και της Αττικής παρακολουθείται με εξαιρετικά μεγάλη ακρίβεια. Προσωπικά έχω μιλήσει για τους παραδοσιακούς οικισμούς. Στην Ιταλία το 2009 θρήνησαν νεκρούς και είχαν πολλές καταρρεύσεις κτιρίων ακριβώς γιατί ο σεισμός χτύπησε παραδοσιακούς οικισμούς.

Γι’ αυτό λέω, όμορφοι οι παραδοσιακοί οικισμοί, αλλά θέλουν προσοχή. Οπως και τα μνημεία μας, έχουν τεράστια αξία για να αφήνονται στην τύχη τους. Το σωστό είναι να υπάρχει κάποια μελέτη για το κάθε μνημείο ξεχωριστά. Αρα, υπάρχει πολύς δρόμος για να φτάσουμε στο σημείο να πούμε «εντάξει, κάναμε ό,τι μπορούσαμε». Δεν λέω ότι εξασφαλίζεται κάτι 100%, λέω να γίνει ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr
Την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές ανακοινώνει ο Μακρόν