Βρετανός επιστήμονας υποστηρίζει ότι τα μεγάλης διάρκειας lockdown όχι απλώς δεν βοήθησαν στον περιορισμό της εξάπλωσης του κοροναϊού, αλλά στην πραγματικότητα προκάλεσαν μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που έλυσαν.

Viber

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Σύμφωνα με τον Μαρκ Γούλχαουζ, ειδικό επί των λοιμωδών νοσημάτων στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή, στην αρχή της πανδημίας, η οποία συγκέντρωσε όλα τα λάθη και τη σύγχυση που επικράτησε στη Βρετανία κατά τις πρώτες προσπάθειες αντιμετώπισης του κοροναϊού. Σε ενημέρωση του υπουργικού συμβουλίου, ο υπουργός Μάικλ Γκόουβ υποστήριξε ότι ο ιός δεν κάνει διακρίσεις. «Όλοι κινδυνεύουν», ανακοίνωσε.

  • Διαβάστε επίσης: Παναγής Γαλιατσάτος – Η εκτίμηση του καθηγητή του John Hopkins για το τέλος της πανδημία

Ο ιός κάνει διακρίσεις

Όμως τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα, υποστηρίζει ο Γούλχαουζ. «Φοβάμαι ότι αυτή η δήλωση απλώς δεν ευσταθεί», σημειώνει, μιλώντας στον Guardian. «Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν ιό που κάνει σημαντικές διακρίσεις. Ορισμένοι άνθρωποι κινδυνεύουν περισσότερο από τους υπόλοιπους. Τα άτομα άνω των 75 ετών απειλούνται ακόμη και 10.000 φορές περισσότερο σε σχέση με εκείνα που είναι κάτω των 15 ετών».

Αυτή η λανθασμένη κατανόηση των τεράστιων διακυμάνσεων στο πώς επιδρά ο ιός στο κάθε άτομο, ήταν που οδήγησε τη Βρετανία σε λάθος αντιδράσεις στην εμφάνισή της, υποστηρίζει. Στα λάθη αυτά, περιλαμβάνει και το μεγάλης διάρκειας, εθνικό lockdown. Όπως λέει στο νέο του βιβλίο ο Γούλχαουζ, ένας από τους πλέον επιφανείς επιδημιολόγους της χώρας, πρόκειται για μια στρατηγική που είναι ηθικά λανθασμένη και πολύ καταστροφική.

«Κάναμε μεγάλο κακό στα παιδιά μας»

«Κάναμε μεγάλο κακό στα παιδιά μας και στους νεαρούς ενήλικες, που έχασαν την εκπαίδευση, τις δουλειές και τη φυσιολογική τους ύπαρξη, ενώ δέχτηκαν πλήγματα και οι μελλοντικές τους προοπτικές και παράλληλα πρόκειται να κληρονομήσουν ένα δημόσιο χρέος-ρεκόρ», σημειώνει. «Κι όλα αυτά για να προστατεύσουμε το σύστημα υγείας από μια ασθένεια που αποτελεί πολύ, μα πολύ σημαντικότερη απειλή για τους ηλικιωμένους, τους ευάλωτους και τους ασθενείς σε σχέση με τους νέους και υγιείς».

«Βυθιστήκαμε στην πρωτόγνωρης κλίμακας έκτακτη ανάγκη και το μόνο που καταφέραμε ήταν να κάνουμε την κρίση ακόμη χειρότερη. Εν ολίγοις, πανικοβληθήκαμε. Ήταν μια επιδημία που καλούσε σε μια προσέγγιση ακριβείας στους σχεδιασμούς δημόσιας υγείας κι εμείς κάναμε το ακριβώς αντίθετο».

Αντί της επιβολής καθολικών lockdown σε όλη τη χώρα, η κυβέρνηση θα έπρεπε να προχωρήσει σε μέτρα που θα καθιστούσαν ασφαλείς τις επαφές, ισχυρίζεται ο Γουλχάουζ. «Μπορεί κανείς να δει στα δεδομένα από τη Βρετανία ότι κάθε φορά που αυξάνονταν τα κρούσματα και πριν την επιβολή lockdown, οι άνθρωποι περιόριζαν τις επαφές τους. Αυτό, σε συνδυασμό με μέτρα κατά του κοροναϊού, όπως οι μάσκες και τα τεστ, θα ήταν αρκετά για τον έλεγχο της διασποράς».

Το παράδειγμα της Σουηδίας και η σύγχρονη παγίδα

Η σε μεγάλο βαθμό εκούσια μεταβολή της συμπεριφοράς των πολιτών λειτούργησε για τη Σουηδία και θα έπρεπε να είχε εφαρμοστεί και στη Βρετανία, τονίζει ο επιδημιολόγος. Αντ’ αυτού, η χώρα προχώρησε σε καθολικό lockdown, εν μέρει επειδή για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρχε αυτή η επιλογή. Αρκετές συναλλαγές πλέον πραγματοποιούνται online με αποτέλεσμα η κοινωνία να μπορεί – σε γενικές γραμμές – να λειτουργήσει χωρίς τη δια ζώσης παρουσία. «Όμως ήταν μια τεμπέλικη απάντηση σε μια νέα επιδημία κοροναϊού, η οποία προκάλεσε τεράστια καταστροφή», προσθέτει.

Ωστόσο, ο Γούλχαουζ δεν τίθεται υπέρ της άποψης που καλούσε σε πλήρες άνοιγμα της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των επιστημόνων που υποστήριξαν τη Διακήρυξη του Μπάρινγκτον, η οποία υποστήριζε πως οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να αφήσουν τον κοροναϊό να κυκλοφορεί ανεξέλεγκτα, μέχρι να επιτευχθεί ανοσία της αγέλης.

«Αυτό θα οδηγούσε σε μια επιδημία πολύ πιο εκτεταμένη από αυτή που βιώσαμε στο 2020», αναφέρει ο Γούλχαουζ. «Επίσης έλειπε κάποιο πειστικό σχέδιο για την αποτελεσματική προστασία των πιο ευάλωτων μελών της κοινωνίας, των ηλικιωμένων και των ανοσοκατεσταλμένων».

Προστατεύοντας τις «ασπίδες»

Αντί για αυτό, η χώρα θα έπρεπε να έχει κάνει πολύ μεγαλύτερες προσπάθειες για την προστασία των ευάλωτων. Πάνω από 30.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στους οίκους ευγηρίας της Βρετανίας. Κατά μέσο όρο, κάθε νοικοκυριό έλαβε 250.000 επιπλέον λίρες από την κυβέρνηση για την προστασία από τον ιό, εκτιμά ο Γούλχαουζ. «Πολλά περισσότερα θα έπρεπε να είχαν διοχετευθεί σε μέτρα προστασίας για τους οίκους ευγηρίας», τονίζει ο επιδημιολόγος, στηλιτεύοντας το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα άλλο πέρα από το να στείλει μια επιστολή με συστάσεις σε εκείνους που προστάτευαν τους ηλικιωμένους γονείς τους και άλλα ευάλωτα πρόσωπα μαζί με τα οποία διέμεναν.

Η χώρα θα έπρεπε να είχε επενδύσει αρκετές χιλιάδες λίρες σε κάθε νοικοκυριό για τακτικά τεστ, αλλά και προκειμένου να βοηθήσει τους πολίτες να εφαρμόσουν μέτρα κατά του κοροναϊού σε περίπτωση που ζούσαν με ευάλωτα άτομα. Συνολικά, εκτιμά ότι το κόστος για αυτές τις κινήσεις δεν θα ήταν παρά ένα ελάχιστο ποσοστό των 300 δισεκατομμυρίων λιρών που εντέλει επενδύθηκαν στα μέτρα κατά της πανδημίας. Ο Γούλχαουζ εστιάζει ιδιαίτερα στην αδιαφορία για την προστασία των «ασπίδων», όπως χαρακτηρίζει τους εργαζόμενους σε οίκους ευγηρίας και τους ανεπίσημους φροντιστές. «Αυτοί οι άνθρωποι στέκονταν ανάμεσα στους ευάλωτους και τον ιό, όμως για το μεγαλύτερο μέρος του 2020 έλαβαν την ελάχιστη δυνατή αναγνώριση – και καμία βοήθεια».

Δημόσιο χρέος-ρεκόρ

Η Βρετανία ξόδεψε μια περιουσία για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κοροναϊού και πρόκειται να εξυπηρετεί το χρέος που προέκυψε για ολόκληρες γενιές, προσθέτει. «Αντιθέτως, δεν διαθέσαμε σχεδόν τίποτα στην προστασία των ευάλωτων της κοινότητας. Θα έπρεπε και θα μπορούσαμε να έχουμε επενδύσει τόσο στον περιορισμό όσο και στην προστασία. Ουσιαστικά, επιλέξαμε μόνο το ένα».

Επιπλέον, ο Γούλχαουζ υποστηρίζει ένθερμα ότι τα lockdown δεν αποτελούν τη λύση για μελλοντικά κύματα κοροναϊού. «Τα lockdown δεν είναι πολιτικές δημόσιας υγείας. Σηματοδοτούν την αποτυχία των πολιτικών δημόσιας υγείας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Αντί για αυτά, η Βρετανία θα πρέπει – και μάλιστα ταχύτατα – να σταματήσει να ξαφνιάζεται από τα νέα στελέχη και να μην αντιδρά στο καθένα ξεχωριστά. «Θα πρέπει να συμφωνήσουμε σε μια κλίμακα παρεμβάσεων και στα σημεία καμπής που θα εφαρμόζεται η καθεμία. Με την Όμικρον μοιάζει να έχει επικρατήσει το χάος. Χρειαζόμαστε καλύτερη οργάνωση για την εμφάνιση του επόμενου στελέχους – γιατί είναι βέβαιο ότι θα συμβεί».

Με πληροφορίες από Guardian

TAGS: lockdownβρετανίακοροναϊός

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr