Ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλάζει τα δεδομένα την ώρα που η έξοδος από το τούνελ της πανδημίας ήταν ορατή. Δίκοπο μαχαίρι οι σαρωτικές κυρώσεις της Δύσης σε βάρος της Ρωσίας – ιδιαιτέρως ευάλωτη η Ευρώπη.

Από το «δόξα σοι ο Θεός» στο «βοήθα Παναγιά». Εάν κανείς είναι θρησκευόμενος, δεν υπάρχει κάτι άλλο για να περιγράψει καλύτερα το νέο «σκοτσέζικο ντους» που βιώνει η παγκόσμια οικονομία. Όπως, επίσης, το δέος που νιώθει ο πλανήτης – και πρωτίστως η Ευρώπη – απέναντι στις πιθανές συνέπειες, οι οποίες… μυρίζουν ύφεση.

Viber

Μπείτε στην ομάδα μας στο Viber και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Είναι δεδομένο, άλλωστε, ότι πάνω που οι περισσότεροι είχαν αρχίσει να πιστεύουν ότι η βάσανος της Covid-19 τελειώνει και η ανάκαμψη θα επιταχυνθεί, ήρθε το σοκ του πολέμου στην Ουκρανία. Ενός πολέμου ο οποίος ήδη έχει αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις, τουλάχιστον σε οικονομικό επίπεδο.

Πλέον, είναι φανερό ότι εκατοντάδες εκατομμύρια νοικοκυριά, χιλιάδες επιχειρήσεις, κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη αναγκάζονται να αναθεωρήσουν εκ νέου τους προϋπολογισμούς τους. Να ξαναβγάλουν τα κιτάπια τους και να σκίσουν τη σελίδα με τις τελευταίες πράξεις, καθώς τα δεδομένα έχουν αλλάξει ριζικά και η εξίσωση απλά «δεν βγαίνει».

Η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και συνολικά της ενέργειας προκαλεί αλυσιδωτές αυξήσεις στο κόστος παραγωγής και την καθημερινή ζωή, ενέχοντας τον κίνδυνο ο πληθωρισμός να ξεφύγει από κάθε έλεγχο, εξανεμίζοντας τα λαϊκά εισοδήματα. Πολύ περισσότερο καθώς και οι τιμές βασικών αγαθών, όπως είναι το σιτάρι και άλλα δημητριακά, ανεβαίνουν επίσης κάθε μέρα που περνά, καταρρίπτοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο και χωρίς να γνωρίζει που θα τελειώσει αυτό.

Μην ξεχνάτε το ’70…

«Η αύξηση στις τιμές πετρελαίου και αερίου που πυροδοτήθηκε από τη σύγκρουση στην Ουκρανία και τις κινήσεις της Δύσης για να τιμωρήσει τη Μόσχα έχουν εντείνει την απειλή οι οικονομίες που εισάγουν ενέργεια να πληγούν από το χειρότερο σοκ στασιμοπληθωρισμού μετά τη δεκαετία του ’70», σημειώνει ανάλυση στους Financial Times.

Υπενθυμίζεται δε ότι «τα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του ’70 προκάλεσαν έντονο πληθωρισμό και ύφεση στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, πρωτίστως επειδή οι υψηλότερες τιμές αναδιανέμουν το εισόδημα από τους καταναλωτές προς τους παραγωγούς ενέργειας». «Για τον λόγο αυτό – συνεχίζει η ανάλυση – οι οικονομολόγοι αναμένουν ότι η Ευρώπη, η Ιαπωνία και οι αναδυόμενες οικονομίες που καταναλώνουν πετρέλαιο να δεχθούν πάλι το ισχυρότερο πλήγμα, ενώ στις ΗΠΑ είναι πιθανό να αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή».

Την ίδια στιγμή, η απειλή ενός νέου, παγκοσμίων διαστάσεων, κύματος φτώχειας και ανεργίας (πέραν του προσφυγικού) είναι πιο ορατή παρά ποτέ – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες. Ο οικονομικός πόλεμος, εξάλλου, πλήττει όλες τις πλευρές και όχι αποκλειστικά τη Ρωσία, μιας και αλλάζουν συνολικά οι όροι του παιχνιδιού.

Ουσιαστικά, δεν υπάρχει κλάδος της οικονομίας ο οποίος να μπορεί να θεωρηθεί απρόσβλητος ή επαρκώς θωρακισμένος – πέραν, ίσως, των πολεμικών βιομηχανιών: Ο τουρισμός γνωρίζει ήδη τους πρώτους κλυδωνισμούς, σε μια χρονιά που είχε χαρακτηριστεί ως «χρυσή». Οι αερομεταφορείς φοβούνται πως αυτή τη φορά δεν θα καταφέρουν να επιβιώσουν και θα «συντριβούν». Το παγκόσμιο εμπόριο κλονίζεται, επίσης, καθώς τίποτα δεν είναι δεδομένο όσον αφορά στην προσφορά και τη ζήτηση. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες μοιάζουν ξανά να χάνουν κρίσιμους κρίκους τους.

Γόρδιος δεσμός για κυβερνήσεις-κεντρικές τράπεζες

Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις έχουν ήδη εξαντλήσει μεγάλο μέρος του οπλοστασίου τους για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, με αποτέλεσμα τα περιθώριά τους να είναι τώρα πιο στενά. Το δημόσιο χρέος έχει ήδη φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη στον ανεπτυγμένο κόσμο, ενώ ο αναπτυσσόμενος αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες για να το εξυπηρετήσει, με αποτέλεσμα πολλοί να προβλέπουν ντόμινο χρεοκοπιών.

Οι εξελίξεις «περιπλέκουν την επίτευξη του στόχου που είχαν θέσει οι κεντρικές τράπεζες, προετοιμαζόμενες να εγκαταλείψουν το φτηνό και εύκολο χρήμα», σημειώνει η αμερικανική Wall Street Journal, για να προσθέσει: «Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ολοένα περισσότερο για την πιθανή εκδήλωση στασιμοπληθωρισμού, ειδικά στην Ευρώπη, μιας κατάστασης δηλαδή παρόμοιας με εκείνη που έπληξε τις μεγάλες οικονομίες τη δεκαετία του ’70 και προκαλείται από τον συνδυασμό του υψηλού πληθωρισμού και της χαμηλής ανάπτυξης».

«Θα είναι ολοένα πιο δύσκολο να αγνοηθούν οι συγκρίσεις με τη δεκαετία του ’70, καθώς οι κινήσεις στις τιμές της πρώτης ύλης την αναβιώνουν διαρκώς», λέει μιλώντας στην WSJ ο Τζιμ Ριντ, στρατηγικός αναλυτής στην Deutsche Bank. Καθιστά, έτσι, σαφές ότι το φάντασμα του πετρελαϊκού σοκ που εκδηλώθηκε πριν από μισό αιώνα στοιχειώνει και σήμερα τη Δύση – ή, έστω, ένα μεγάλο μέρος της.

Διαφορές, φυσικά, υπάρχουν. Για παράδειγμα, κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι ότι η Ρωσία θα βρεθεί τελικώς εξίσου ωφελημένη σήμερα όπως ο αραβικός κόσμος τότε. Παρ’ όλα αυτά, η Δύση έχει κάθε λόγο να ανησυχεί για το ενδεχόμενο οι κυρώσεις της να αποδειχθούν μπούμερανγκ, μιας και η «πράσινη ενέργεια» δεν είναι ακόμη σε θέση – και δεν θα είναι για τις επόμενες μία-δύο δεκαετίες – σε θέση να καλύψει τις ανάγκες.

Ντόμινο καταστροφής

Ο Τζον Κεμπ, μέσα από τη στήλη του στο Reuters, περιγράφει γλαφυρά την κατάσταση ως ένα ντόμινο: «Οι επιχειρήσεις, ευρισκόμενες αντιμέτωπες με κυρώσεις, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και το ραγδαία αυξανόμενο κόστος των πρώτων υλών τους είναι πολύ λιγότερο πιθανό να προχωρήσουν σε επενδυτικές δαπάνες που ενέχουν ρίσκο. Τα νοικοκυριά, πληττόμενα από τους λογαριασμούς αερίου, ηλεκτρισμού, καυσίμων και άλλων ειδών θα αναγκαστούν να περιορίσουν τις δαπάνες τους για άλλα αγαθά και υπηρεσίες. Οι δυνάμεις της ύφεσης ενισχύονται ταχύτατα σε όλη τη Βόρειο Αμερική και την Ευρώπη, καθώς οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν φτάσει στα όριά τους».

Ο ίδιος καταλήγει επίσης στο συμπέρασμα ότι «η απειλή ύφεσης είναι μεγαλύτερη στην Ευρώπη, εξαιτίας τόσο της μεγαλύτερης διασύνδεσής της με την Ουκρανία και τη Ρωσία όσο και της μεγαλύτερης έκθεσής της στις αυξανόμενες διεθνείς τιμές του αερίου, στοιχεία που θα πολλαπλασιάσουν την ισχύ του σοκ».

Υπάρχουν, λοιπόν, πολλά που δείχνουν ότι η αναμενόμενη και σχεδιαζόμενη «ομαλή προσγείωση» μετά τις έντονες αναταράξεις της πανδημίας, η οποία θα ακολουθούνταν από μια εντυπωσιακή απογείωση, δεν αποκλείεται να εξελιχθεί σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που θα ενέχει το σενάριο της συντριβής.

Θα δανειστούμε, για να μην… πεθάνουμε!

Αυτός είναι και ο λόγος που κάνει το Βερολίνο να αρνείται – για την ώρα – πετρελαϊκό εμπάργκο κατά της Ρωσίας. Ο ίδιος, πιθανότατα, κάνει τον αρθρογράφο της γερμανικής Handelsblatt, Φρανκ Βίμπε, να υπενθυμίζει ένα ερώτημα που είχε τεθεί το 1939, όταν το διακύβευμα αφορούσε το εάν και κατά πόσο η Γαλλία θα βοηθούσε στρατιωτικά την Πολωνία απέναντι στη χιτλερική Γερμανία: «Θα πεθάνουμε για το Ντάντσιχ;».

Για την ώρα, το «αντίστοιχο» ερώτημα που (σιωπηρά) θέτουν πολλοί – θα πεθάνουμε για τα συμφέροντα του Πούτιν και των ΗΠΑ στην Ουκρανία – δεν έχει απάντηση; Η ΕΕ, ωστόσο, μοιάζει να ετοιμάζει μια μεγάλη κίνηση μπροστά στη νέα κρίση και την απειλή που αντιπροσωπεύει.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Bloomberg, στην έκτακτη σύνοδο κορυφής που θα πραγματοποιηθεί αυτή την εβδομάδα, θα συζητηθεί και η έκδοση ενός ευρωομολόγου πολλών δεκάδων δισ. για την κάλυψη των αναγκών σε ενέργεια και ένοπλες δυνάμεις. Νέο χρέος, δηλαδή – απολύτως αναγκαίο, όμως, όπως λένε πηγές από τις Βρυξέλλες.

Τακτικές κρίσεις: Παραμένει αρχηγός Στόλου ο Παναγιώτης Λυμπέρης – Οι αλλαγές στο Στράτευμα