ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
TIFF 2026: «The Only Living Pickpocket in New York», ο κλέφτης που δεν μπορεί να μας επιστρέψει μια χαμένη μέρα
Θέλεις να βλέπεις τα νέα του astratv.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:
στα αγαπημένα σου στη Google
Ο Χάρι σουφρώνει πορτοφόλια αλλά μετά από λίγο αφήσει ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα σε κάποιον που φροντίζει τη γυναίκα του. Ανάμεσα στις δύο πράξεις δεν μεσολαβεί κάποια κρίση συνείδησης, καθώς έτσι αντιλαμβάνεται τη ζωή: άλλους τους «ξαλαφρώνει», άλλους τους «στηρίζει», και στον ίδιο, αφού είναι κάτοχος της τέχνης του, δεν το καίγεται καρφί. Το πρόβλημα είναι ότι η Νέα Υόρκη έχει αλλάξει και τα πορτοφόλια δεν περιέχουν πια όσα περιείχαν κάποτε καθώς το χρήμα όπως και τα συναισθήματα είναι κυρίως ψηφιακά και αόρατα. Πως είναι λοιπόν να έχεις αφιερώσει μια ζωή στην τέχνη του «ελαφροχέρη μακρυχέρη» και να σου ζητούν, στα γεράματα, αναβάθμιση λογισμικού;
Στο «The Only Living Pickpocket in New York», ο Νόα Σίγκαν δίνει στον Τζον Τορτούρο τον πρωταγωνιστικό ρόλο πλασμένο από συγκρουσιακές αντιφάσεις, συνήθειες και μικρολεπτομέρειες που δίνουν στην ταινία ένα φεστιβαλικό αέρα, αντί για «κλικ» και ποσοστά πλατφόρμας.
Ο Χάρι Λέμαν είναι ένας ηλικιωμένος πορτοφολάς που δυσκολεύεται να βγάλει τα προς το ζην πλέον, ενώ φροντίζει τη σύζυγό του, Ρόζι. Όταν κλέβει και διοχετεύει στην αγορά ένα πολύτιμο USB, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εγκληματική φαμίλια που απαιτεί να το ανακτήσει. Η αναζήτηση τον στέλνει στους δρόμους μιας πόλης (την οποία γνωρίζει σαν τη σουφρο-παλάμη του), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξακολουθεί να καταλαβαίνει όσα συμβαίνουν στα εντός της.
Η κλοπή έχει εδώ κάτι χειροποίητο: Χρειάζεται παρατήρηση, υπομονή, συγχρονισμό, τη δυνατότητα να διαβάζεις το σώμα του άλλου και να αντιλαμβάνεσαι πότε η προσοχή του μετατοπίζεται στην αφηρημάδα. Ο Χάρι εργάζεται μέσα στην ανθρώπινη εγγύτητα, εκμεταλλευόμενος ακριβώς όσα κάνουν μια πόλη ζωντανή: τον συνωστισμό, τις συναντήσεις, τις μικρές «αφαιρέσεις» της καθημερινότητας. Το επάγγελμά του βασίζεται στην επαφή, όσο ανεπιθύμητη κι αν θα τη θεωρούσε εκείνος που ανακαλύπτει αργότερα την άδεια τσέπη του.
Αυτή η υλικότητα δίνει στην ταινία τη γοητεία της. Ένα πορτοφόλι, ένα ρολόι, ένα βιβλίο μπορούν να περάσουν από χέρι σε χέρι και να κουβαλήσουν μαζί τους μια ιστορία. Ένα μικρό ψηφιακό αντικείμενο, αντίθετα, μπορεί να περιέχει αξία που δεν προδίδεται ούτε από το βάρος ούτε από την όψη του. Ο Χάρι ξέρει να αναγνωρίζει το πολύτιμο με τους «παλιούς τρόπους» και αυτή η γνώση δεν τον προστατεύει πλέον. Η πόλη εξακολουθεί να κυκλοφορεί πλούτο, απλώς πλέον αυτός κρύβεται στον «κώδικά 0101010». Η έννοια της προσχεδιασμένης απαξίωσης αποκτά έτσι μια μελαγχολική προέκταση. Τα προϊόντα σχεδιάζονται για να αντικαθίστανται, οι συσκευές παλιώνουν και οι δεξιότητες χάνουν την ανταλλακτική τους αξία. Κάποια στιγμή, ο άνθρωπος αρχίζει να αναρωτιέται αν έχει συμπεριληφθεί κι εκείνος σε αυτό το πρόγραμμα αντικατάστασης. Ο Χάρι εξακολουθεί να μπορεί να κάνει όσα έμαθε. Εκείνο που υποχωρεί είναι ο χώρος όπου αυτά εξακολουθούν να έχουν χρησιμότητα. Η εμπειρία του παραμένει μέσα στα χέρια του, αλλά ο κόσμος δεν είναι υποχρεωμένος να την περιμένει.
Ο Τορτούρο δίνει σε αυτή την ασυμφωνία… σώμα, πνοή και ρυθμό. Η παρατηρητικότητα του Χάρι, η ευγένεια που επιστρατεύει όταν χρειάζεται, η αυτοπεποίθηση της συνήθειας και η κόπωση συνυπάρχουν χωρίς να ζητούν διαρκώς μια κάποια προβολή.
Βεβαίως, η γοητεία ενός κινηματογραφικού κλέφτη δοκιμάζεται εύκολα: αρκεί να φανταστούμε ότι το πορτοφόλι… ανήκει σε εμάς. Όταν σου κλέβουν κάτι, μαζί με το αντικείμενο χάνεται για λίγο και η αίσθηση ότι ελέγχεις τον χώρο γύρω σου, επιστρέφεις νοερά στη στιγμή της πράξης, αναρωτιέσαι ποιος σε πλησίασε, τι δεν πρόσεξες, γιατί δεν κατάλαβες. Η ταινία μάς φέρνει κοντά στον Χάρι, αλλά η δική του οικειότητα δεν αναιρεί αυτή την εμπειρία των άλλων. Γι’ αυτό έχει σημασία ότι φτάνει να κλέψει ακόμη και τη σοκολάτα ενός παιδιού. Η μικρή πράξη χαλάει εγκαίρως το βολικό πορτρέτο του ευγενούς παρανόμου. Ο Χάρι έχει ένστικτο, συνήθεια, ίσως και μια αμετανόητη απόλαυση στο να παίρνει κάτι χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Ο Ρομπέν των Δασών θα δυσκολευόταν να εντάξει τη συγκεκριμένη σοκολάτα, για παράδειγμα, στο κοινωνικό του πρόγραμμα.
Ταυτόχρονα, η φροντίδα του για τη Ρόζι είναι πραγματική. Τα φιλοδωρήματα σε όσους την προσέχουν, το ενδιαφέρον του για την καθημερινότητά της, η προσπάθεια να εξασφαλίσει ότι δεν θα μείνει αβοήθητη φανερώνουν έναν άνθρωπο ικανό να προσφέρει. Οι δύο πλευρές δεν ακυρώνουν η μία την άλλη. Η γενναιοδωρία του δεν επιστρέφει αυτομάτως όσα αφαίρεσε από άλλους, όπως και οι κλοπές του δεν κάνουν ψεύτικη την αγάπη του. Εκεί βρίσκεται η ουσιαστική ηθική δυσκολία της ταινίας, στην άρνηση του χαρακτήρα να χωρέσει σε μια περιγραφή που θα μας επέτρεπε να ξεμπερδέψουμε μαζί του.
Η Νέα Υόρκη συμμετέχει σε αυτή τη δυσκολία. Είναι η πόλη όπου μπορείς να χαθείς μέσα στο πλήθος και συγχρόνως να διατηρείς ένα προσωπικό δίκτυο ανθρώπων που σε γνωρίζουν με το μικρό σου όνομα. Ο Χάρι κινείται ανάμεσα στην ανωνυμία και στην οικειότητα, στις τσέπες των αγνώστων και στις χάρες των γνωστών. Η περιπλάνησή του μάς επιτρέπει να δούμε μια πόλη χτισμένη από καθημερινές συναλλαγές, παλιές επαφές και σχέσεις που έχουν επιβιώσει χωρίς να είναι όλες καθαρές ή ισότιμες.

Ο Σίγκαν αντλεί συγκίνηση από αυτή τη συνέχεια, με τον κίνδυνο που συνοδεύει κάθε νοσταλγικό βλέμμα: η παλιά παρανομία μπορεί να μοιάζει πιο συμπαθητική μόνο και μόνο επειδή «έχει πρόσωπο», τρόπους και… κομψό καλοραμένο παλτό. Η ταινία βρίσκει την καλύτερη ισορροπία της όταν μας αφήνει να απολαύσουμε την προσωπικότητα του Χάρι χωρίς να απαιτεί να ανακηρύξουμε το παρελθόν ηθικά ανώτερο. Το ότι κάποτε οι άνθρωποι κοιτάζονταν περισσότερο στα μάτια δεν σημαίνει ότι δεν αδικούσαν ο ένας τον άλλον· απλώς μπορούσαν να το κάνουν κοιτάζοντάς τον.
Οι παρουσίες του Στιβ Μπουσέμι (σε ένα κομβικής σημασίας ρόλο), του Τζανκάρλο Εσπόζιτο, της Τατιάνα Μασλάνι και της Τζέιμι Λι Κέρτις (σε ελάχιστα λεπτά μέσα σε ένα όχημα, χτίζει μια από τις πιο ολοκληρωμένες ηρωίδες της) δίνουν διαφορετικές όψεις στον κόσμο που περιβάλλει τον Χάρι. Ειδικά η σύντομη εμφάνιση της Κέρτις ως μορφής της εγκληματικής εξουσίας υπογραμμίζει πως η παρανομία έχει άλλη οργάνωση εννίωτε ακατανόητο στον απατεώνα μικρότερης εμβέλειας. Η διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που βάζει το χέρι σε μια τσέπη και σε εκείνον που μπορεί «να ορίζει τους όρους μιας ολόκληρης συναλλαγής» γίνεται αισθητή.
Οι λεπτομέρειες, πάντως, είναι εκείνες που μένουν περισσότερο. Το αντίτυπο του «Μόμπι Ντικ» με το σημείωμα «Thanks for the coffee» συμπυκνώνει μια άλλη κυκλοφορία αξίας: ένα αντικείμενο όπως το συγκεκριμένο βιβλίο, μπορεί να συνδέσει ανθρώπους χωρίς να χρειάζεται εξηγήσεις.
Ανάλογα λειτουργεί η επαναφορά του μουσικού θέματος που επαναλαμβάνεται: θυμίζει περισσότερο την καθημερινότητα, την ευτυχή ρουτίνα, την αλλαγή των εποχών (ο ήχος έχει κάτι από τζαζ ρετρό). Η μελωδία επιστρέφει, ο Χάρι ξαναβγαίνει στους δρόμους, όμως κάθε διαδρομή τον βρίσκει λίγο διαφορετικό. Η επανάληψη προσφέρει οικειότητα και ταυτόχρονα δίνει μια υποτυπώδη ασφάλεια μέσω αυτής.
Ο Χάρι έχει μια αταξινόμητη ανθρωπιά που ξεκαθαρίζει μέσα από μια φράση που θα πει στη σύζηγό του όταν η περιπέτεια του οδηγηθεί προς το τέλος: «Συγγνώμη. Χάσαμε μια μέρα μαζί», λέει στη Ρόζι, και ξαφνικά όλη η ιστορία αποκτά διαφορετικό μέτρο. Ένας άνθρωπος που ζει αφαιρώντας πράγματα από τους άλλους αναγνωρίζει κάτι που κανείς δεν μπορεί να ανακτήσει. Δίνει γαμώτο αξία σε μια μέρα, κάτι που συνηθίζουμε να ξοδεύουμε σαν να υπάρχει ανεξάντλητο απόθεμα.
Η ασφάλεια που βρίσκει τελικά η Ρόζι στον Καναδά (συγνώμη για το σπόιλερ) προσθέτει μια ακόμη αντίφαση σε αυτή την αγάπη για την πόλη (πέρα από την προφανή). Ο τόπος που έχει διαμορφώσει τον Χάρι δεν μπορεί απαραίτητα να προσφέρει όσα χρειάζεται ο άνθρωπός του. Η προβολή δε της ταινίας με αυτή τη σκηνή στο Τορόντο κάνει τη λεπτομέρεια πιο αισθητή, χωρίς να χρειάζεται να τη μετατρέψουμε σε πολιτική διακήρυξη. Μια αγκαλιά και ένα αντίο σε ότι συμβόλιζε η Νέα Υόρκη στους ανθρώπους της, ανεξαρτήτως παραβατικής ή ηθικής διάστασης.
Επιστρέφοντας στο θέμα της μουσθκής, τα δύο τραγούδια που πλαισιώνουν την ταινία δίνουν σε αυτή τη σχέση με τη Νέα Υόρκη την πιο εύστοχη διατύπωση. Στην αρχή, το «New York, I Love You but You’re Bringing Me Down» των LCD Soundsystem περιέχει ήδη την αγάπη μαζί με την εξάντληση. Στο τέλος, το «I Happen to Like New York» επιμένει στην προσωπική προσήλωση. Η πόλη δεν έχει στο μεταξύ αθωωθεί, ούτε χρειάζεται να γίνει ιδανική για να παραμένει… δική του.
Το «The Only Living Pickpocket in New York» με κερδίζει περισσότερο όταν αφήνει αυτή την προσήλωση να φανεί μέσα από πράξεις, αντικείμενα και διαδρομές. Ο Τορτούρο κρατά τον Χάρι κοντά μας χωρίς να του αφαιρεί τις δυσάρεστες πλευρές, ενώ η αγωνία της αναζήτησης δίνει σιγά σιγά χώρο σε κάτι πιο οικείο: την προσπάθεια να προλάβουμε να φροντίσουμε όσους αγαπάμε. Από όλα όσα περνούν μέσα από τα χέρια του, εκείνο που του ξεφεύγει οριστικά είναι μια κοινή μέρα, και αυτή είναι η απώλεια που κουβαλά η ταινία όταν τελειώνει η μουσική.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος
-
ΕΛΛΑΔΑ14 ώρες agoΤραγωδία στη Λάρισα: 14χρονος βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του
-
ΕΛΛΑΔΑ16 ώρες agoΑποκάλυψη MEGA – Το πρόσωπο που έκλεισε το ραντεβού Μαζωνάκη & υπνοθεραπευτή
-
ΕΛΛΑΔΑ22 ώρες agoΘρήνος για τον θάνατο του 9χρονου Μανώλη, πέθανε μετά από μεγάλη μάχη με τη λευχαιμία
-
MEDIA17 ώρες ago“Έκρηξη” της Αναστασίας Γιάμαλη για τον θάνατό του
-
ΕΛΛΑΔΑ22 ώρες agoΣεισμός 4 Ρίχτερ στο Προκόπι Ευβοίας
-
ΕΛΛΑΔΑ21 ώρες agoΒόλος: Ρομά τραυμάτισαν οδηγό ταξί – Του έσπασαν το χέρι με σκουπόξυλο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ19 ώρες agoTην Κυριακή στο Α’ Νεκροταφείο η πολιτική κηδεία της Μαργαρίτας Παπανδρέου
-
ΕΛΛΑΔΑ8 ώρες agoΗ γυναίκα “κλειδί” πίσω από το ραντεβού του τραγουδιστή με τον υπνοθεραπευτή, οι δύο κλήσεις που βρίσκονται στο “μικροσκόπιο” των Αρχών (Βίντεο)









